Από τη σύντομη επισκόπηση μερικών στατιστικών δεδομένων της ελληνικής οικονομίας διαπιστώνεται ότι τα δεδομένα αυτά είναι χειρότερα από εκείνα που ίσχυαν το 2009. Αυτό αφορά το εθνικό εισόδημα, το ποσοστό ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων, το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, τον πληθωρισμός και γενικά το ποσοστό φτωχοποίησης του πληθυσμού. Τέλος, το δημοσιονομικό έλλειμμα (6,5-7% το 2021) και το συνεχώς αυξανόμενο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου (-18,5 δισ. ευρώ το 2020) συνεχίζουν να αποτελούν τα κύρια αναπτυξιακά εμπόδια της ελληνικής οικονομίας.
Τα δυσοίωνα αυτά δεδομένα αποδίδονται στο αναποτελεσματικό εθνικό παραγωγικό σύστημα και στην εφαρμοζόμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική που εξακολουθούν, παρά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, να καθορίζουν την οικονομική πορεία της χώρας ανεπηρέαστα από την αρνητική εμπειρία της 10χρονης κρίσης. Είναι, ως εκ τούτου, προφανές ότι η ελληνική κοινωνία θα βίωνε εκ νέου την τραυματική εμπειρία της τελευταίας 10ετίας αν η Ε.Ε. αντιμετώπιζε τη σημερινή κυβέρνηση με την ίδια τιμωρητική λογική των μνημονίων και δεν τη στήριζε παντοιοτρόπως στην περίπτωση της κορονοϊκής πανδημίας.
Αν ληφθεί υπόψη η μεταπολεμική εξαρτημένη μορφή ανάπτυξης της Ελλάδας και συνδυαστεί με τα παραπάνω δεδομένα, τότε προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία κατορθώνει μεν να αναπτύσσεται, στηριζόμενη, κατά πάγιο τρόπο, σε δωρεάν χρηματικές μεταβιβάσεις από το εξωτερικό, αυξάνει όμως παράλληλα το ήδη δυσθεώρητο ύψος του δημόσιου χρέους. Οσο, κατά συνέπεια, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η ίδια (νεοφιλελεύθερη) οικονομική πολιτική και δεν ανασυγκροτείται το παραγωγικό σύστημα, κυρίως η μεταποιητική βιομηχανία, τότε η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα συνεχίσει να εξαρτάται από την εκάστοτε απόφαση των οικονομικά ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών να συναινούν στην παροχή των αιτούμενων από την Ελλάδα οικονομικών ή άλλων, κατά περίπτωση, διευκολύνσεων.
Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα επισφαλή συγκυρία είναι αν η χειμαζόμενη ελληνική οικονομία (ήτανε στραβό το κλήμα, το έφαγε και ο γάιδαρος) είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά α) τη ραγδαία αυξανόμενη ακρίβεια βασικών αγαθών και β) τις αναμενόμενες επιπτώσεις από την πολεμική σύγκρουση (Ουκρανίας, Ρωσίας). Η ραγδαία αύξηση των τιμών, που παρατηρείται τελευταία, έχει ανεβάσει τον πληθωρισμό στο ασυνήθιστο για χώρα της Ε.Ε. 8% με έντονες ανοδικές τάσεις. Το ποσοστό αυτό προέρχεται τόσο από αύξηση του κόστους παραγωγής αυτών των αγαθών (εν πολλοίς εισαγόμενο) αλλά και από τις ατελείς μορφές οργάνωσης της εσωτερικής αγοράς που ευνοούν τη δημιουργία υπερκερδών.
Πλήττει δε ανόμοια τα διάφορα εισοδηματικά στρώματα και πρωτίστως τα φτωχοποιημένα ή, όπως αποπροσανατολιστικά αποκαλούνται τελευταία, «ευάλωτα» άτομα (το 45,6% του πληθυσμού κατά τη Eurostat). Δεδομένου ότι η κυβέρνηση στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου είχε προβλέψει αύξηση του εθνικού εισοδήματος κατά 4,5%, πληθωρισμό 0,8%, πρωτογενές έλλειμμα -1,4 και τιμή πετρελαίου 78,9 το βαρέλι, βρίσκεται τώρα σε δυσχερή θέση, μετά την πλήρη ανατροπή των αισιόδοξων αυτών προβλέψεων, να συντάξει συμπληρωματικό προϋπολογισμό με βάση τα νέα δυσοίωνα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, ιδιαίτερα όσον αφορά την αύξηση του πληθωρισμού και τη μείωση του εθνικού εισοδήματος.
Η κατάσταση φαίνεται ότι θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο εξαιτίας των συνεπειών της πολεμικής σύγκρουσης Ρωσίας – Ουκρανίας και της επιβολής εκατέρωθεν πολύπλευρων κυρώσεων. Η Ελλάδα, που συμμετέχει ανεπιφύλακτα στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών της σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μαλακό σιτάρι, λιπάσματα και ζωοτροφές από τη χώρα αυτή. Δέχεται δε σημαντικό αριθμό Ρώσων τουριστών και εξάγει στη Ρωσία αγροτικά προϊόντα, κυρίως φρούτα και λαχανικά.
Η κυβέρνηση, υπό ενισχυμένη ακόμη εποπτεία, δέσμια των ευρωπαϊκών ταμείων με το βάρος του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και τις δυσκολίες προσφυγής σε νέο δανεισμό, έχει να αντιμετωπίσει δύο βασικά προβλήματα. Από το ένα μέρος τον προελαύνοντα πληθωρισμό και την αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και από το άλλο, την προσπάθεια αποφυγής της ήδη διαφαινόμενης οικονομικής ύφεσης.
Η ακρίβεια μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε μειώνοντας τους φόρους (ΦΠΑ, ΕΦΚ) που επιβαρύνουν τα βασικά για την επιβίωση των ελληνικών νοικοκυριών αγαθά και φορολόγηση των υπερκερδών του ενεργειακού ολιγοπωλίου ή αυξάνοντας το εισόδημα των «ευάλωτων» καταναλωτών ασκώντας τιμαριθμική προσαρμογή των μισθών και συντάξεων. Από τις μέχρι τώρα σχετικές τοποθετήσεις της κυβέρνησης εικάζεται ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει την ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική, με μικρές ίσως κεϊνσιανής έμπνευσης αποκλίσεις. Η πολιτική αυτή δεν φαίνεται όμως ικανή να αποσοβήσει τον επερχόμενο στασιμοπληθωρισμό και τη γνωστή στους Ελληνες εσωτερική υποτίμηση.
Στην περίπτωση δε που υλοποιηθούν τελικά οι απειλές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για πλήρη διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με τη Ρωσία και ακολουθήσει, όπως διαφαίνεται, και η Ελλάδα το ευρωπαϊκό παράδειγμα, τότε, λόγω των ανυπέρβλητων σχεδόν δυσκολιών υποκατάστασης των ρωσικών εισαγωγών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι Ελληνες πολίτες, πρωτίστως μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, θα κινδυνέψουν να ζήσουν εκ νέου, και ενδεχομένως σε χειρότερη μορφή, την τραυματική εμπειρία της τελευταίας παρατεταμένης κρίσης.
* Ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών
