ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

17 Οκτωβρίου 1973. Οι δυνάμεις του στρατηγού Σαρόν περνούσαν τη Μεγάλη Αλμυρή Λίμνη για να πέσουν στα μετόπισθεν των αιγυπτιακών στρατευμάτων. Εκείνη την ημέρα έντεκα πετρελαιοπαραγωγοί χώρες, μεταξύ των οποίων και η Σαουδική Αραβία, κάτοχος των μεγαλύτερων γνωστών αποθεμάτων, διέκοπταν αμέσως την παροχή υγρών καυσίμων στις χώρες που ήταν πασίγνωστα φιλικές στο Ισραήλ: ΗΠΑ, Ολλανδία και στη Νοτιοαφρικανική Ενωση καθώς και στην Πορτογαλία, επειδή είχε παραχωρήσει τις βάσεις της στις Αζόρες για να πραγματοποιηθεί η αερογέφυρα προς το Τελ Αβίβ. Ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να μειώσουν την άντληση πετρελαίου κατά 5% κάθε μήνα, μέχρις ότου εκκενωθούν τα κατεχόμενα εδάφη. Είκοσι τέσσερις ώρες νωρίτερα οι χώρες παραγωγοί του Περσικού Κόλπου είχαν ήδη αποφασίσει με πρωτοβουλία του σάχη αύξηση κατά 70% των τιμών. Τον Οκτώβριο του 1973 το «ελαφρύ αραβικό» κόστιζε 5,11 δολάρια. Θα φτάσει στα 11,56 πριν από το τέλος τη χρονιάς.

Για τις ΗΠΑ, που εκείνη την εποχή δεν αγόραζαν παρά το 6% της κατανάλωσής τους σε καύσιμα από την Εγγύς Ανατολή, δεν υπήρχε αρχικά κανένας κίνδυνος. Αλλά η Ευρώπη και η Ιαπωνία που εξαρτιόνταν από τον «μαύρο χρυσό» για να παράξουν, να κινηθούν και να ζεσταθούν, η κατάσταση ήταν ασφυκτική. Στην Ευρώπη δεν είχε αρχίσει η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Βόρειας Θάλασσας, ενώ τα αποθέματα ήταν περιορισμένα σε σχέση με τη ζήτηση. Στις περισσότερες δυτικές χώρες λαμβάνονται περιοριστικά μέτρα στην κατανάλωση, σε ορισμένες περιπτώσεις απαγόρευση της κυκλοφορίας αυτοκινήτων την Κυριακή. Ο δημόσιος φωτισμός και η θέρμανση περιορίζονται, ενώ οι τιμές των προϊόντων πετρελαίου και των αγαθών και υπηρεσιών που εξαρτώνται από αυτό αυξάνονται σε δυσθεώρητα ύψη, αναβαθμίζοντας τον πληθωρισμό σε παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα. Μπορεί με το τέλος του πολέμου το όπλο του πετρελαίου να έγινε ανίσχυρο, αλλά το μάθημα θα έπρεπε να μείνει αξέχαστο στην Ευρώπη.

Το πρώτο μάθημα είναι ότι η ενέργεια προσθέτει δύναμη στον παραγωγό και αφαιρεί από τον καταναλωτή. Το δεύτερο αφορά τις «συμμαχίες». Το κάθε μέλος συμμετέχει με τη δική του ατζέντα, που μακροχρόνια όχι μόνο δεν ταυτίζεται με των υπολοίπων αλλά κάποιες φορές κινείται εναντίον τους. Παράδειγμα, οι ΗΠΑ και ο τρόπος που αντιμετώπιζαν την Ευρώπη το 1973. Τον Απρίλιο, ο Κίσιντζερ σε ομιλία στο πλαίσιο του «έτους της Ευρώπης» είπε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ευθύνες και συμφέροντα σε όλο τον πλανήτη, ενώ οι σύμμαχοί τους του ΝΑΤΟ δεν έχουν παρά συμφέροντα τοπικά…». Ο πρόεδρος Νίξον λίγο αργότερα, παρουσιάζοντας στο Κογκρέσο την έκθεση για την εξωτερική πολιτική κατά τη δεκαετία του ’70, είπε ότι ΗΠΑ και Ευρώπη θα πρέπει να εγκαταστήσουν «ένα ισχυρό αμυντικό σύστημα […] όπου θα εκπληρώνονται οι αμοιβαίες αμυντικές δεσμεύσεις και θα κατανέμονται δίκαια τα βάρη που προκύπτουν».

Βλέποντας μετά μισό αιώνα την Ευρώπη να ταλανίζεται από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο Πούτιν, αναρωτιέσαι τι απέμεινε από τα μαθήματα και τα παθήματα του 1973. Με τη ματιά τού σήμερα, πολύ λίγα έως ελάχιστα. Το φυσικό αέριο έχει αναγνωριστεί εδώ και καιρό ως ο ισχυρότερος οικονομικός μοχλός της Ρωσίας στην Ευρώπη και παραμένει τέτοιος, παρά τις προσπάθειες της Ε.Ε. να μειώσει την εξάρτησή της από τις ρωσικές προμήθειες. Περίπου το 43% του φυσικού αερίου που καταναλώνεται στην Ε.Ε. προέρχεται από τη Ρωσία, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται, σύμφωνα με τη Eurostat, με εισαγωγές από τη Νορβηγία, την Εγγύς Ανατολή, τις ΗΠΑ, την Αλγερία και τη Λιβύη. Επίσης, οι ενεργειακοί δεσμοί δεν επηρεάζουν εξίσου όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ολλανδία εισάγουν λιγότερο από το 10% του φυσικού τους αερίου από τη Ρωσία. Η Ισπανία και η Πορτογαλία δεν εισάγουν καθόλου. Η Γερμανία καλύπτει τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο κατά 55% από την Gazprom. Η Ιταλία, περίπου το 40%. Για την Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία, το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει περίπου το 60% και για την Πολωνία το 80%. Η Βουλγαρία βασίζεται στη Ρωσία για όλο το φυσικό της αέριο.

Σήμερα όλοι μιλούν για πλήρη αντικατάσταση του ρωσικού αερίου, αλλά αποσιωπούν ένα μεγάλο ποσοστό της αλήθειας: Η απεξάρτηση θα είναι πολύ ακριβή, θα οδηγήσει σε εξάρτηση από τις ΗΠΑ και πιθανόν να επηρεάσει την πολιτική σταθερότητα κρατών-μελών της Ε.Ε.

Η Αλγερία και η Νορβηγία ήδη παράγουν και εξάγουν με πλήρη ισχύ. Οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις επιπλέον δυνητικά περιορίζουν τον όγκο του αερίου που οι εταιρείες θα μπορούσαν να ανακατευθύνουν στην Ευρώπη, ακόμα και όταν οι τιμές στην ηπειρωτική Ευρώπη αυξάνονται. Η αύξηση των εξαγωγών από τις ΗΠΑ θα είναι μονόδρομος.

Ταυτόχρονα, το κόστος της ενεργειακής απεξάρτησης είναι υψηλό. Εκτός από το οικονομικό θα απαιτήσει μια σειρά από δύσκολες πολιτικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές αποφάσεις. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, η αυξημένη παραγωγή φυσικού αερίου θα προκαλούσε άνοδο της σεισμικής δραστηριότητας γύρω από το μεγαλύτερο κοίτασμα αερίου της χώρας – ένας παράγοντας που κάποτε ώθησε το Αμστερνταμ να περιορίσει την παραγωγή. Θα το δεχτούν τα ολλανδικά νοικοκυριά; Θα δεχόταν η Γερμανία να λειτουργήσει περισσότερο τα πυρηνικά της εργοστάσια, ακόμη και να επανεκκινήσει μερικές ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες άνθρακα; Τι θα χρειαζόταν για να δεχτεί η Γαλλία περισσότερες συνδέσεις αερίου και ηλεκτρισμού μέσω των Πυρηναίων – δίνοντας στην υπόλοιπη Ευρώπη πρόσβαση στην τεράστια ικανότητα υποδοχής της Ισπανίας; Θα υπομείνουν αδιαμαρτύρητα οι Ευρωπαίοι τους υψηλούς λογαριασμούς της ενέργειας και των προϊόντων που επηρεάζονται από αυτήν;

Στον γεωπολιτικό χάρτη, από τότε που ο Κίσιντζερ έκανε «καταμερισμό συμφερόντων» έχουν αλλάξει πολλά. Σήμερα το μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η σύγκλιση της Κίνας και της Ρωσίας, που δεν συμπαθούν ή δεν εμπιστεύονται πάντα η μια την άλλη, αλλά παρ’ όλα αυτά αντλούν μεγάλα οφέλη από τις ταυτόχρονες επιθέσεις τους στην υπάρχουσα διεθνή τάξη. Και καθώς η Μόσχα και το Πεκίνο αμφισβητούν την ισορροπία δυνάμεων στα δύο άκρα της Ευρασίας, το μυαλό όσων θυμούνται, επιστρέφει στα λόγια του Νίξον για τις δεσμεύσεις και τα βάρη της Ευρώπης. Αλλωστε, σήμερα όπως και τότε, οι ΗΠΑ δεν αισθάνονται το άγχος της ενεργειακής εξάρτησης όπως το αισθάνονται οι Ευρωπαίοι.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας