Ανταπόκριση από το Ελσίνκι
Η Φινλανδία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη πρόκληση της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της μεταπολεμικά, καθώς η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκαλεί κραδασμούς στην ακολουθούμενη πολιτική των ισορροπιών μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Διαφαίνεται πια το τέλος της περιόδου της ουδετερότητας που διασφάλιζε, μεταξύ άλλων, και τη δυναμική αξιοποίηση των προσφερόμενων πολυδιάστατων εμπορικών και οικονομικών σχέσεων και η πολιτική ηγεσία της χώρας καλείται πλέον να επιλέξει συμμαχικό στρατόπεδο. Οπως υπογραμμίζουν πολιτικοί αναλυτές, η πολιτική ηγεσία, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και η κυβέρνηση, δεν θα μπορέσουν να αγνοήσουν τα αισθήματα και τις επιθυμίες του λαού. Πλέον η στροφή της κοινής γνώμης υπέρ του ΝΑΤΟ μετά τη ρωσική εισβολή είναι δραματική με το 62% να τάσσεται υπέρ της ένταξης της χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, ενώ τον Ιανουάριο του 2022 οι υποστηρικτές της ένταξης λάμβαναν ποσοστό 25%.
Ο πρόεδρος της χώρας Σάουλι Νίινιστο, πρώην πρόεδρος του συντηρητικού κόμματος της Εθνικής Συμμαχίας, βρίσκεται σε συνεχείς επαφές με τις ηγεσίες της Δύσης και της Ρωσίας. Η εξωτερική και αμυντική πολιτική υπάγονται στις συνταγματικές αρμοδιότητες του προέδρου της Δημοκρατίας υπό τον όρο της συνεπικουρίας από την πλευρά της κυβέρνησης. Το Σύνταγμα της χώρας θεσμοποιεί την κυρίαρχη στα πολιτικά ήθη της χώρας αρχή της συναίνεσης και της πολυκεντρικότητας στη λήψη των αποφάσεων σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας. Τα κόμματα που απαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση (Κέντρο, Σοσιαλδημοκρατικό, Συνασπισμός της Αριστεράς και Πράσινοι) στο παρελθόν είχαν ταχθεί κατά της ένταξης στο ΝΑΤΟ, όμως σήμερα ηγετικά στελέχη κυρίως των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων θεωρούν την ένταξη αναγκαία, ο Συνασπισμός της Αριστεράς ανακοίνωσε ότι θα δημοσιοποιήσει τις θέσεις του στο συνέδριό του τον ερχόμενο Ιούνιο, ενώ το συντηρητικό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που τάσσεται με θέρμη υπέρ του ΝΑΤΟ, βλέπει τα ποσοστά του να αυξάνονται.
Η πίεση της κοινής γνώμης προς την κυβέρνηση και την πολιτειακή ηγεσία εκφράστηκε και με την επίθεση που δέχτηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Κέντρου, όταν αναφέρθηκε στις αρνητικές συνέπειες της ένταξης. Τα κύρια μέσα ενημέρωσης καλλιεργούν μαζικά κλίμα ρωσοφοβίας και φιλονατοϊσμού, ενώ το εθνικό ίδρυμα ραδιοτηλεόρασης κρατάει ψύχραιμη στάση.
Η Φινλανδία βρίσκεται πια αντιμέτωπη και με τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου. Οι κυρώσεις πλήττουν τις προνομιακές σχέσεις που η χώρα είχε με τη Ρωσία και πολλές παραγωγικές μονάδες χάνουν την κύρια αγορά τους. Ο ενεργειακός κολοσσός Fortum με επενδύσεις 5,5 δισ. στη Ρωσία αντιμετωπίζει, σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης S&P, τον κίνδυνο υποβιβασμού της δανειακής του ικανότητας σε επίπεδο «σκουπιδιών». Ιδιαίτερα δυσμενής είναι η κατάσταση και για τον εθνικό αερομεταφορέα FINNAIR, που είχε το προνόμιο ήδη από τη δεκαετία του 1980 να υπερίπταται του εναερίου χώρου της Ρωσίας για τις πτήσεις προς Ασία και Απω Ανατολή κατέχοντας έτσι υψηλό συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της.
Εντονο οικονομικό πρόβλημα προκύπτει και από τη μη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με πληροφορίες μας, οι νεοφυείς εταιρείες αντιμετωπίζουν την άρνηση Αμερικανών κεφαλαιούχων να επενδύσουν «σε μη νατοϊκή χώρα υψηλού κινδύνου λόγω της ρωσικής επιθετικότητας». Επιπλέον, οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας συναντούν δυσχέρειες ή και την παντελή άρνηση εξειδικευμένου προσωπικού διεθνούς επιπέδου να μετακομίσει «σε χώρα που γειτνιάζει με τη Ρωσία».
Πάντως οι οικονομικές και παραγωγικές παράμετροι θα είναι αποφασιστικής βαρύτητας στη λήψη της απόφασης για ένταξη ή μη στο ΝΑΤΟ. Πέραν των αναφερόμενων οικονομικών παραγόντων, η πιθανή συμμετοχή φινλανδικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και λογισμικών προγραμμάτων στην αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ αυξάνει το βάρος της πλάστιγγας υπέρ της Ατλαντικής Συμμαχίας. Η πρόσφατη παραγγελία 100 πολεμικών αεροπλάνων F-35 από τις ΗΠΑ δίνει σε φινλανδικές εταιρείες επιχειρηματικές ευκαιρίες μέσω των ανταποδοτικών προγραμμάτων.
Εν τω μεταξύ, η Φινλανδία βρίσκεται σε συνεννόηση με τη Σουηδία για την από κοινού λήψη της απόφασης υποβολής αίτησης ένταξης ή μη. Η πρωθυπουργός της Σουηδίας Μαγκνταλένα Αντερσον, κινούμενη στο ίδιο πνεύμα της ψύχραιμης αντιμετώπισης του θέματος με την πολιτική ηγεσία της Φινλανδίας, δήλωσε πρόσφατα ότι τυχόν άμεση ένταξης της χώρας της στο ΝΑΤΟ θα διαταράξει την αμυντική ισορροπία της Ευρώπης. Ομως, οι πιέσεις των φιλονατοϊκών δυνάμεων, στους εκφραστές των οποίων συγκαταλέγεται ο συντηρητικός πρώην υπουργός Εξωτερικός Κάρλ Βιλτ, από τους κύριους συντονιστές του κινήματος Μαϊντάν το 2014, είναι μεγάλες. Εκτιμάται ότι η ανεπτυγμένη πολεμική βιομηχανία της Σουηδίας θα ωφεληθεί τα μέγιστα από τη σύμπραξή της στους νατοϊκούς αμυντικούς σχεδιασμούς ως πλήρες μέλος της Συμμαχίας. Πάντως ο Δανός πρώην Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Φογκ Ράσμουσεν προειδοποιεί ότι η προσφερόμενη στις δύο χώρες δυνατότητα ένταξης στη Βορειοατλαντική Συμμαχία θα πάψει να υφίσταται, αν δεν επισπεύσουν την υποβολή αιτήματος.
Διαφαίνεται ότι στη Φινλανδία, όπως και στη Σουηδία, έχει πλέον απομείνει μία επιλογή για την οποία οι δύο χώρες καλούνται να αποφασίσουν εντός των επόμενων έξι μηνών. Αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από την υποβολή αίτησης για πλήρη ένταξη στο ΝΑΤΟ.
