Προφανώς, και δικαίως, η Δύση έχει πάρει θέση υπέρ της Ουκρανίας για όλους τους γνωστούς λόγους. Ο τρόπος, ή καλύτερα, οι τρόποι με τους οποίους ο Πούτιν προσπαθεί να δικαιολογήσει τη στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία δεν αφήνουν κανένα περιθώριο. Ο ίδιος οδηγείται σε διεθνή απομόνωση ως «εγκληματίας πολέμου», οδηγεί τους συμπολίτες του στην ντροπή, τη χώρα του στην κατακραυγή και την προϊούσα φτωχοποίηση. Εάν συνεχιστούν οι πολεμικές επιχειρήσεις δίχως προοπτική καταλλαγής και άμεσης παύσης του πυρός, η Ρωσία ενδεχομένως θα σταματήσει να αποτελεί θέμα συζήτησης οικονομικού περιεχομένου γιατί θα είναι μια χώρα που θα έχει ξεφύγει τόσο από τα «οράματα του Πούτιν», όσο και από αυτά των αντιπάλων του – τουλάχιστον μιλώντας μόνο για τη δυτική πλευρά του κόσμου.
Από την άλλη, σε πολλούς δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα. Ολοι καταδικάζουν απερίφραστα τον Πούτιν. Και πρέπει να το κάνουν δίχως «ναι μεν, αλλά». Αυτό το «δίχως αλλά» ενοχοποιεί εκ των προτέρων τη σκέψη που ναι μεν καταδικάζει τον Πούτιν, αλλά που προσπαθεί να καταλάβει, να εξηγήσει και να δώσει απαντήσεις, τουλάχιστον σε αυτά που μπορούν να εξηγηθούν. Η πλευρά της Αμερικής και της Ευρώπης δείχνει αμετακίνητη στη δέσμευση που περιλαμβάνει τα πάντα -από τον πολιτισμό που έρχεται από τη Ρωσία μέχρι τα πρόσωπα και τα αγαθά που σχετίζονται με τη Ρωσία- εκτός από την κατανόηση της Ρωσίας. Ωστόσο αυτή η νέα ψυχροπολεμική σκιά οδηγεί σε μακαρθισμό νέου τύπου, που με τη σειρά του αδυνατεί να δώσει απαντήσεις για την επόμενη μέρα. Κυρίως αδυνατεί να ανιχνεύσει τα μεγαλύτερα θέματα: το πέρασμα σε μια γενικευμένη σύγκρουση στο έδαφος της Ευρώπης, το ενδεχόμενο παγκοσμίου πολέμου, τη διεθνοποίησή του, το ενδεχόμενο μιας διατροφικής κρίσης, ενός πυρηνικού συμβάντος σε έναν κόσμο με πολλά πυρηνικά όπλα, μια παγκόσμια οικονομική ύφεση, την περιβαλλοντική καταστροφή κ.ά.
Είναι σαφές από τις μέχρι τώρα εξελίξεις και τις επίσημες τοποθετήσεις ότι υπάρχει μια οικονομική, πολιτισμική και γνωστική δέσμευση κατά του Πούτιν, που συμπεριλαμβάνει οριζοντίως κάθε τι (πρόσωπο, πράγμα, χρήμα, νομισματικό απόθεμα, πολιτιστικό στοιχείο κ.λπ.) προερχόμενο από τη Ρωσία.
Ομως βαρύνοντα «αλλά» ειπώθηκαν στην αμερικανική Γερουσία από τον γερουσιαστή Μπένι Σάντερς σ’ έναν λόγο υψηλής πολιτικής και στρατηγικής για τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ουκρανία και τη Ρωσία. Σε κανέναν πόλεμο, και σε αυτούς που ανέλαβαν οι ΗΠΑ, τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που αναμένονταν: «…Ρωτήστε τις οικογένειες των χιλιάδων στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε αυτούς τους πολέμους… ρωτήστε τα εκατομμύρια οικογενειών που έπεσαν θύματα των “παράπλευρων απωλειών” των πολέμων… ρωτήστε εκείνους που επέστρεψαν με σωματικά και ψυχικά τραύματα». Μεταξύ άλλων -καταδικάζοντας απερίφραστα τον Πούτιν και τους ολιγάρχες του- ο Σάντερς υπογράμμισε κάτι σημαντικό: «Η απλουστευτική άρνηση να κατανοήσουμε τα περίπλοκα αίτια των εντάσεων σε μια περιοχή υπονομεύει τη δυνατότητά μας να καταφέρουμε μια ειρηνική λύση… Οι ΗΠΑ πρέπει να κινηθούν ώστε να επιτευχθεί μια ρεαλιστική και αμοιβαία αποδεκτή λύση. Μια λύση αποδεκτή από την Ουκρανία, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους συμμάχους μας. Αυτή η προσέγγιση δεν επιδεικνύει ούτε αδυναμία, ούτε συμβιβασμό. Η λύση χωρίς πόλεμο επιδεικνύει δύναμη και είναι αυτό που πρέπει να γίνεται».
Οι αντιρρήσεις στις επιλογές των ΗΠΑ έρχονται από πολλές πλευρές. Για παράδειγμα ο Βρετανός ιστορικός Ντόναλντ Σασούν (από το προχθεσινό άρθρο στην «Εφ.Συν.» με τίτλο «Οι ευθύνες της Δύσης») υποστηρίζει ότι «μια χώρα απομονωμένη από κάθε άποψη, ακόμα και οικονομική, θα προκαλέσει μακροπρόθεσμα καταστροφές».
Προς το παρόν, δίχως αιτιολογήσεις, η ειρήνη απομακρύνεται. Δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι οι απώλειες στο πεδίο της μάχης, το κόστος των οικονομικών κυρώσεων και της διεθνούς απομόνωσης της Ρωσίας ή οι εσωτερικές διαμαρτυρίες θα εμποδίσουν τον Πούτιν να συνεχίζει να πλήττει στόχους, πόλεις και κατοίκους της Ουκρανίας. Ούτε ότι αύριο η Ρωσία θα γίνει μια δημοκρατία δυτικού τύπου. Από την άλλη, η Ουκρανία, με τη στήριξη της Δύσης, επιδεικνύει ανθεκτικότητα, ενώ οι λαοί της Ευρώπης, περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, πληρώνουν αυτή τη στιγμή βαρύ τίμημα ευημερίας από τις κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας και ορισμένοι μάλιστα πληρώνουν περισσότερο από τους άλλους.
Το κακό είναι ότι ένας αδικαιολόγητος πόλεμος επιλογών και πολλών παραγόντων, περιλαμβανομένης της Δύσης, μεταμορφώνεται σε πόλεμο εμμονών χωρίς τέλος και δίχως να έχουν αποτιμηθεί οι επιπτώσεις του για την επόμενη μέρα. Δυστυχώς, όπως με όλους τους πολέμους, για τους θεωρούμενους νικητές αλλά και για τους θεωρούμενους νικημένους δεν δίνεται καμία απάντηση για την επόμενη μέρα. Δεν δίνεται γιατί δεν υπάρχει.
