ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λάμπρος Μπαλτσιώτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί με συγκίνηση ακούν τους διάφορους εκπροσώπους των ελληνικών συλλόγων, την ίδια στιγμή που όχι μόνο τους αρνούνται την αναγνώριση της ομογενειακής ιδιότητας, αλλά οι πόρτες των προξενείων παραμένουν κλειστές ακόμη και για να την αιτηθούν

Μια πτυχή των ιστορικών γεγονότων που ζούμε είναι η επανανακάλυψη από το ελληνικό πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ των «150 χιλιάδων ομογενών στη Μαριούπολη». Το ζήτημα αυτό αποτελεί ένα κομμάτι των συνολικών πολιτικών που αναπτύχθηκαν από τη χώρα ιδίως μετά το 1990 οι οποίες αφορούσαν τη δημιουργία «Ελλήνων» ή το εκ νέου ενδιαφέρον για πληθυσμιακές ομάδες που θεωρήθηκε ότι είχαν κάποιου είδους ελληνική εθνοτική ή εθνική ταυτότητα. Μερικές από αυτές τις νέες ανακαλύψεις ήταν στα όρια του γραφικού ή/και του πολιτικά επικίνδυνου, άλλες είχαν κάποια ιστορική υπόσταση. Οι πολιτικές αυτές άλλωστε είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Μια από τις γραφικές περιπτώσεις αφορά την ανακάλυψη των Καλάς, της τελευταίας εθνοτικής ομάδας μη εξισλαμισμένων μιας πολύ ευρύτερης περιοχής στην οποία ο εξισλαμισμός άρχισε στα τέλη του 19ου αιώνα. Αναγορεύθηκαν σε απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αναπτύχθηκαν ψευδοεπιστημονικές θεωρήσεις για τη γλώσσα, τη θρησκεία τους και τη σχέση τους με την Αρχαία Ελλάδα. Το γραφικό του πράγματος ξέφυγε όταν το ελληνικό κράτος άρχισε να χρηματοδοτεί τις κοινότητες κατά τη διάρκεια της παράνοιας του Μακεδονικού. Το όλο ζήτημα κατέληξε σε ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο και στην εμπλοκή της νυν Βόρειας Μακεδονίας που άρχισε κι αυτή να χρηματοδοτεί τις φτωχές κοινότητες που είδαν την «ανταλλακτική τους αξία» να εκτοξεύεται.

Η πιο επικίνδυνη πολιτικά περίπτωση αφορούσε τις πολιτικές που αναπτύχθηκαν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στόχευαν στους ποντιόφωνους Τούρκους που εντοπίζονται σε μια σειρά οικισμών στην περιοχή της Τραπεζούντας. Η πολιτική βασίστηκε στο εφεύρημα του κρυπτοχριστιανισμού που μάλιστα βρήκε και ακαδημαϊκή κάλυψη. Οι ομάδες αυτές, εξισλαμισμένες εδώ και αιώνες, καμία σχέση δεν είχαν με το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού όπως αυτό αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα. Και σε αυτή την περίπτωση έγιναν διπλωματικές κινήσεις και δόθηκαν χρήματα για τη δημιουργία μιας ελληνικής μειονότητας, ενώ ακόμη διάφορα ημιεπίσημα κανάλια τροφοδοτούσαν fake news μέχρι και για ανάπτυξη αντάρτικου στον Πόντο.

Εδώ το ζήτημα δεν είναι το φιάσκο της υπόθεσης, είναι το πώς δρούσε το πολιτικό σύστημα (ιδίως των τότε κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ). Ακόμη και τα Πρακτικά της συνεδριάσεων της Βουλής είναι αποκαλυπτικά του τι συνέβαινε. Θα σημειώσουμε ακόμη την περίπτωση των Γκαγκαούζων (τουρκόφωνων ορθόδοξων) της Μολδαβίας και του πολιτικού και χρηματικού ανταγωνισμού Ελλάδας και Τουρκίας που εκτυλίχθηκε με σκοπό την προσέλκυση της ομάδας. Φαίνεται ότι η Ελλάδα στο τέλος θεώρησε ότι η χρηματοδότηση δεν έφερνε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Οι δύο σημαντικότερες περιπτώσεις που είχαν μία –ας την ονομάσουμε– ιστορική βάση σχετίζονται με την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία και τους αναφερόμενους ως «ομογενείς από την πρώην Σοβιετική Ενωση». Στην πρώτη περίπτωση, αν και οι πολιτικές με στοιχεία αλυτρωτικού χαρακτήρα που ασκήθηκαν το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990 στη συνέχεια μεταστράφηκαν, οι ελληνικές φαντασιώσεις περί μιας τεράστιας μειονότητας εν μέρει πραγματοποιήθηκαν καθώς το ελληνικό κράτος έχει απονείμει την ιδιότητα του ομογενούς και την ελληνική ιθαγένεια (ως ομογενείς) σε περίπου 250 Αλβανούς πολίτες που είχαν ορθόδοξη θρησκευτική κληρονομιά –έστω και εν μέρει–, δημιουργώντας μια μεγάλη ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, όχι στην Αλβανία, αλλά στην Ελλάδα.

Το ζήτημα των ομογενών από την πρώην Σοβιετική Ενωση ήταν αρκετά διαφορετικό. Πολλές διαφορετικές ομάδες «ομογενών» ζούσαν στη Σοβιετική Ενωση, από την οποία σταδιακά πολλοί είχαν μετακινηθεί στην Ελλάδα πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, και ειδικά τα πρώτα χρόνια και από περιοχές οι οποίες βρέθηκαν στη δίνη των συγκρούσεων ένας σημαντικός αριθμός τους βρέθηκε στην Ελλάδα. Υπολογίζονται σε περισσότερους από 150 χιλιάδες.

Το ελληνικό κράτος ακολούθησε μια εξαιρετικά απλόχερη πολιτική, αποδίδοντας άμεσα την ιθαγένεια και μια σειρά προνομίων, όπως χορήγηση δανείων, επιδοτήσεις ενοικίων κ.λπ. Παρά τις συγκροτημένες αυτές προσπάθειες, που βέβαια έγιναν με τον «ελληνικό τρόπο», η ένταξή τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Βέβαια και σε σαφώς πιο οργανωμένα κράτη που άσκησαν ίδιες πολιτικές με τους δικούς τους «ομογενείς», εκατοντάδες χιλιάδες το Ισραήλ και εκατομμύρια η Γερμανία, παρουσιάστηκαν ανάλογες δυσκολίες. Και σε αυτά, αλλά και στην Ελλάδα, περάσαμε από τις εξαιρετικά ανοιχτές πολιτικές σε κλειστές.

Η Ελλάδα όμως από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 αποφάσισε λίγο-πολύ ότι δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Με έναν απόλυτο τρόπο. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Χιλιάδες που βρίσκονταν στην Ελλάδα περίμεναν για χρόνια πότε θα εξεταστεί η αίτησή τους. Μία κατάσταση που επιδεινώθηκε με το πέρασμα των ετών. Σήμερα ένας άγνωστος αριθμός βρίσκεται στην Ελλάδα, κάποιες χιλιάδες, αρκετοί σε ένα γκρίζο καθεστώς νομιμότητας, περιμένοντας πέντε, δέκα και είκοσι χρόνια να εξεταστεί η αίτησή τους. Και όταν εξετάζεται, συνήθως απορρίπτεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αιτήσεις όσων κατοικούν στα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος για τη χορήγηση ιθαγένειας σε πρόσωπα που κατοικούν εκτός Ελλάδας και συνιστούν μειονότητα σε μια άλλη χώρα. Χαρακτηριστικά να αναφέρω ότι οι μειονοτικές πολιτικές ιθαγένειας που άσκησε η Ουγγαρία στην Ουκρανία οδήγησαν σε κρίση τις σχέσεις των δύο χωρών πριν όλα ξεχαστούν μετά τη ρωσική εισβολή.

Οι προσπάθειες που έγιναν για μια πιο ορθολογική αντιμετώπιση του ζητήματος οι οποίες αναπτύχθηκαν πριν από λίγα χρόνια, ήδη ανατράπηκαν. Το 2017 πήραν ιθαγένεια μόλις 13 άτομα, ένας αριθμός που ανέβηκε στους 190 το 2018, για να ξαναπέσει το 2020 σε 71 και πιθανώς πολύ κάτω των 50 το 2021. Το ίδιο συνέβη και με το νομικό πλαίσιο που θεσμοθετήθηκε το 2019. Ανατράπηκε το 2020, δυσχεραίνοντας την εξέταση των αιτημάτων, πέραν του ότι δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ίσως και εννιά στις δέκα αιτήσεις απορρίπτονται. Αυτά είναι τα στοιχεία, σε αντίθεση με τη ρητορική που επανεμφανίστηκε τελευταία. Και αυτό το υπογραμμίζω, γιατί ο γράφων δεν υιοθετεί την απόδοση ιθαγένειας άνευ άλλου τινός σε όσους επικαλούνται μια ιστορική σχέση με την Ελλάδα και μάλιστα σε όσους ζουν εκτός αυτής. Αλλά το ότι κάποιοι ζουν στη χώρα δέκα και είκοσι χρόνια και περιμένουν μια απόφαση είναι απαράδεκτο. Και πόση σημασία άλλωστε έχει πλέον το «πόση ελληνική καταγωγή» έχουν.

Ειδικά για την περιοχή της Μαριούπολης και τα λεγόμενα ελληνικά χωριά της, οι πολιτικές ήταν ακόμη πιο κλειστές. Η διακριτή διάλεκτος (ρουμέικα) που μιλούσαν σε κάποια χωριά σβήνει, άλλα χωριά ήταν ταταρόφωνα, οι σχέσεις με την Ελλάδα στο παρελθόν ήταν μικρές, και έτσι οι Μαριουπολίτες αντιμετωπίζονται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εξαιρετικά αρνητικά από την ελληνική διοίκηση. Τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί με συγκίνηση ακούν τους διάφορους εκπροσώπους των ελληνικών συλλόγων, την ίδια στιγμή που όχι μόνο τους αρνούνται την αναγνώριση της ομογενειακής ιδιότητας, αλλά οι πόρτες των προξενείων παραμένουν κλειστές ακόμη και για να την αιτηθούν. Δεν είναι λίγες οι σχετικές αναφορές προς τον Συνήγορο του Πολίτη.

Πράγματι, η επιστροφή της Ιστορίας είναι εδώ. Μαζί της επανεμφανίζεται η χρήση των «ομογενών» ως εργαλείου άσκησης εξωτερικής –και όχι μόνο– πολιτικής. Και αυτά τα εργαλεία, πέρα από την υποκρισία και τον λαϊκισμό που ενέχουν, έχουν αποδειχθεί από προβληματικά ώς «αυξημένου ρίσκου» κατά την ορολογία της συγκυρίας.

* Επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο