ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Στρατής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η απολύτως αποτρόπαια και καταδικαστέα πολεμική εισβολή στην Ουκρανία ήταν εξ αρχής πασιφανές ότι θα προκαλούσε την ψυχική και πολιτική απομάκρυνση της Ευρώπης από τη Ρωσία. Οδηγώντας σε απότομη αλλαγή των θεμελιωδών στοχεύσεων της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, στην κατεύθυνση της απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Με αναγκαστική στροφή ως καύσιμο-γέφυρα για την ενεργειακή μετάβαση στο ακριβότερο υγροποιημένο LNG, οι παραγωγοί του οποίου βγαίνουν ωφελημένοι.

Αυτή τη στιγμή, την ώρα του πολέμου και των προσφύγων, σε Ευρώπη και Ελλάδα συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε κανονικά το ρωσικό φυσικό αέριο σε ποσοστό 40%. Χάρη σε αυτό θερμαινόμαστε, μαγειρεύουμε, μετακινούμαστε. Με ηλεκτρισμό που παράγεται από αυτό συντηρούμε τα τρόφιμα, έχουμε καθαρό νερό, ανοίγουμε τα φώτα, ενημερωνόμαστε, ψυχαγωγούμαστε, έχουμε μέσα σταθερής τροχιάς, καταναλώνουμε, παράγουμε. Με το αζημίωτο. Στέλνοντας δισ. ευρώ στον εισβολέα, με τα οποία χρηματοδοτεί την εισβολή που καταδικάζουμε. Και του οποίου τους πολιτιστικούς οργανισμούς και τους αθλητικούς συλλόγους απαγορεύουμε, την ώρα που οι δικοί μας λειτουργούν με τον ενεργειακό του πόρο που εισάγουμε. Θα αποτελέσουν όλα αυτά μέτρο με το οποίο θα κριθούμε από την Ιστορία.

Αυτό, όμως, από το οποίο δεν μπορούμε να διαφύγουμε αφήνοντάς το για την κρίση της Ιστορίας, είναι πώς προετοιμαζόμαστε σήμερα να καλύψουμε τις ενεργειακές μας ανάγκες αύριο. Αυτό εμείς πρέπει, εδώ και τώρα, να το απαντήσουμε.

Η Ευρώπη ανακοίνωσε ότι ξεκινά άμεσα τη σταδιακή πορεία απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Που σε ενδεχόμενη συμπερίληψη των ρωσικών ενεργειακών τραπεζών στον αποκλεισμό από το SWIFT θα γίνει ακαριαία.

Στη χώρα το LNG δεν μπορεί παρά μόνο μερικώς να το αντικαταστήσει. Διαθέσιμες ποσότητες και κόστος εισαγωγής το καθιστούν μη επαρκές για τις σημερινές ενεργειακές μας ανάγκες. Για την αυξημένη ηλεκτροπαραγωγή που απαιτεί ο στόχος εξηλεκτρισμού των μεταφορών και ευρύτερα της οικονομίας. Για την ενεργειακή στήριξη του αναπτυξιακού άλματος που χρειαζόμαστε τα επόμενα χρόνια. Για την εξάλειψη των κοινωνικών αποκλεισμών και της ενεργειακής φτώχειας, με τα οποία επάρκεια δεν νοείται.

Το ίδιο ισχύει για το αζέρικο αέριο του TAP. Οπως και για το πετρέλαιο των μονάδων διπλής λειτουργίας.

Ολα αυτά είναι συμπληρωματικά, μετριάζοντας το πρόβλημα. Ομως, δεν μπορούν να αποτελέσουν την πλήρη λύση.

Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με Αίγυπτο και Ισραήλ θα μπορέσουν να αρχίσουν να λειτουργούν ύστερα από πενταετία στην καλύτερη περίπτωση. Με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει μακροχρόνια σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, σε εποχή παγκόσμιων αναδιατάξεων με πολλές πλευρές και διαστάσεις (γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, ενδεχόμενη επισιτιστική κρίση με πρόκληση αναταραχών κ.λπ.). Πόσο συνετό και ασφαλές είναι, για λόγους όχι μόνο τεχνικούς, να βασιστεί η ενεργειακή μας επάρκεια σε μεταφορά ηλεκτρισμού από εκεί;

Το σχέδιο εισαγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνικό εργοστάσιο στη Βουλγαρία, που έχει ακουστεί ανοίγοντας μια τεράστια συζήτηση, πέρα από τον ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας που απαιτεί, φαίνεται να στερείται ρεαλιστική βάση.

Με δυο λόγια, βραχυπρόθεσμα υπάρχει υπολογίσιμο ενδεχόμενο για κενό επάρκειας ενεργειακών πόρων, αν σημειωθεί σημαντική μείωση της ροής του ρωσικού φυσικού αερίου. Και μεσομακροπρόθεσμα αβεβαιότητα, για το πώς μπορεί πλήρως και με ασφάλεια να αντικατασταθεί.

Μέχρι το 2019 η εθνική στρατηγική ενεργειακής μετάβασης ήταν σταθερό φυσικό αέριο στα τότε επίπεδα, σταδιακή μείωση του εγχώριου λιγνίτη αναλογικά με την αύξηση των ΑΠΕ και, παράλληλα, ενίσχυση της ενεργειακής εξοικονόμησης. Μετά τις εκλογές, όμως, επικράτησε η βιαστική και απροετοίμαστη απολιγνιτοποίηση. Με τον τρόπο που έγινε, οδηγηθήκαμε στην υπέρμετρη εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο μέχρι το 2050. Χωρίς εφεδρικό πλάνο «για την περίπτωση που». Και η «περίπτωση» ήρθε.

Εδώ που βρισκόμαστε, το ερώτημα είναι αν μετά τα όσα ευρύτερα σηματοδοτούν οι εξελίξεις στην Ουκρανία θα συνεχίσουμε να εξαρτόμαστε από το εισαγόμενο φυσικό αέριο στον σημερινό βαθμό, αλλάζοντας το είδος και από πού το προμηθευόμαστε (LNG), με αυξημένο κόστος εισαγωγής, δαπανώντας τους οικονομικούς μας πόρους αποκλειστικά για τις μεγάλες υποδομές που απαιτούνται για αυτή την αλλαγή (δεξαμενές αποθήκευσης κ.λπ.), βασίζοντας παράλληλα τη μεσομακροπρόθεσμη ενεργειακή μας επάρκεια στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις με τη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Με δυο λόγια, αν θα επενδύσουμε στην πλήρη εξωτερική εξάρτηση για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Ή αν, κάνοντας απολογισμό, θα ενισχύσουμε τη στρατηγική μας και στην κατεύθυνση της ενεργειακής αυτάρκειας. Και εξηγούμαστε.

● Να αντιμετωπιστεί ο λιγνίτης ως καύσιμο εθνικής ασφάλειας. Να αναθεωρηθούν πλήρως το χρονοδιάγραμμα της απολιγνιτοποίησης και η απόφαση για μετατροπή της νέας λιγνιτικής μονάδας «Πτολεμαΐδα V» σε φυσικού αερίου, να διασφαλιστεί η αξιόπιστη διαθεσιμότητα της λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής ανά πάσα στιγμή (επαρκείς ροές εξόρυξης, ετοιμότητα και κατάσταση των μονάδων, κατάλληλο προσωπικό) και να χρησιμοποιείται ο λιγνίτης στον απαιτούμενο βαθμό στο ενεργειακό μείγμα για λόγους ασφάλειας ή/και συγκράτησης του κόστους. Το σήμα στην κατεύθυνση αυτή το έδωσε η Ευρωπαϊκή Ενωση.

● Να αξιοποιηθεί το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και ενδεχόμενοι νέοι ευρωπαϊκοί χρηματοδοτικοί μηχανισμοί, για την επιτάχυνση των ανανεώσιμων και εναλλακτικών πηγών ενέργειας και των σχετιζόμενων υποδομών. Να μοιραστεί η ηλεκτροπαραγωγή σε όλους, για να γίνει αποκεντρωμένα και γρήγορα η ανάπτυξη των ΑΠΕ με ιδιοπαραγωγή και ενεργειακές κοινότητες. Το έχει κάνει επιτυχημένα τα προηγούμενα χρόνια η Γερμανία. Παράλληλα, όμως, υπάρχουν θεμελιώδεις προϋποθέσεις που επίσης πρέπει να υλοποιηθούν: σημαντική αναβάθμιση των δικτύων διανομής, νησιωτικές διασυνδέσεις, διασυνδέσεις με χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αποθήκευση ενέργειας, αλλαγές στη δομή και στο ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς, ενίσχυση του σταθεροποιητικού και εξισορροπητικού ρόλου των δημόσιων πυλώνων του ενεργειακού συστήματος.

● Να δοθεί βάρος στην ενεργειακή αποδοτικότητα και εξοικονόμηση. Η ενέργεια που δεν καταναλώνεται είναι όχι μόνο η πιο «πράσινη» αλλά ταυτόχρονα και η περισσότερο εξωτερικά «απεξαρτημένη».

● Τέλος, τίθεται de facto η επανεξέταση των εγχώριων κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Στις νέες συνθήκες οι οικονομοτεχνικές παράμετροι θα μπορούσαν ενδεχομένως να απαντηθούν. Ομως, υπάρχουν τα σοβαρά περιβαλλοντικά ζητήματα. Οπως και τα μεγάλα αγκάθια εξωτερικής πολιτικής της νοτιοανατολικής Μεσογείου, που προϋποθέτουν συνολική διευθέτηση των θαλάσσιων οικονομικών ζωνών. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ολα αυτά θα πρέπει να συζητηθούν διεξοδικά. Με στόχο την επίτευξη της μέγιστης δυνατής συνεννόησης και συναίνεσης, κοινωνικής και πολιτικής.

Ισως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει αλλά το ενεργειακό ζήτημα δυνητικά είναι πιο δύσκολο από τη χρεοκοπία της προηγούμενης δεκαετίας. Ακόμα και αν μελλοντικά βρεθούμε εξ ανάγκης διατεθειμένοι να αποδεχτούμε μειωμένη ανεξαρτησία, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι θα μπορούμε να καταφύγουμε σε εξωτερική ενεργειακή βοήθεια, όπως έγινε με τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής. Αν τα πράγματα εξελιχθούν με το δυσμενές σενάριο, διαθέσιμη ενέργεια κάπου αλλού στον απαιτούμενο βαθμό, πολύ απλά, δεν θα υπάρχει.

Το ενεργειακό ζήτημα είναι ιστορικών διαστάσεων για την οικονομία, για την κοινωνία, για το μέλλον της χώρας.

Και ως τέτοιο οφείλουμε, με τον πλουραλισμό και τη νηφαλιότητα που έχει ανάγκη η Δημοκρατία για να είναι ανθεκτική και βιώσιμη, να το διαχειριστούμε και να το απαντήσουμε.


ΥΓ.: Οι «παρενέργειες» των ιστορικών στιγμών που βιώνουμε δεν περιορίζονται στα ενεργειακά. Είναι πολύπλευρες. Η χώρα θα πρέπει να προετοιμαστεί κατάλληλα για επάρκεια σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα, ιατροφαρμακευτικό υλικό κ.λπ. Ηδη διεθνώς συζητείται ενδεχόμενη κρίση επισιτιστικής ασφάλειας που θα αγγίξει και την Ευρώπη.

Στην εποχή πολλαπλών αλλεπάλληλων κρίσεων που βιώνουμε, η αυτάρκεια έχει αναδειχθεί ως ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα σε όλα τα επίπεδα.

*Πρώην υφυπουργός Πολιτισμού