Philippe Forest, L’Université en première ligne: A l’heure de la dictature numérique, Editions Gallimard: Paris, 2020.
Στο βιβλίο του , «Το Πανεπιστήμιο στην πρώτη γραμμή. Μεταξύ εκδημοκρατισμού και ψηφιακής τυραννίας», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στην ελληνική γλώσσα σε μετάφραση της Λίζυ Τσιριμώκου και επιμέλεια του Γιάννη Μπαλαμπανίδη από τις εκδόσεις Πόλις, ο Philippe Forest, καθηγητής γαλλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Nantes, με αφορμή τη συνθήκη της πανδημίας και της αλλαγής των όρων λειτουργίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, θα εστιάσει στη σχέση μεταξύ της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της εγκαθίδρυσης της ψηφιακής εποχής στην πρώτη.
Με εύστοχες και οξυδερκείς παρατηρήσεις, ο συγγραφέας θα υποστηρίξει ότι η θεμελιώδης αποστολή του Πανεπιστημίου (μεταλαμπάδευση γνώσης και διαμόρφωση κριτικών υποκειμένων), όχι απλώς βάλλεται, αλλά τείνει να μετασχηματιστεί πλήρως, μπροστά στην απειλή της ψηφιακής τυραννίας1. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι βέβαια καινούρια. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ίδιος «η τρέχουσα υγειονομική κρίση απειλεί σοβαρά το πανεπιστήμιο […] λόγω των θεραπευτικών μέσων που πρόκειται να επιβληθούν με το πρόσχημα του περιορισμού της» (σελ. 21). Το γεγονός αυτό λειτούργησε καταλυτικά στην διαμόρφωση του κατάλληλου πλαισίου για την υπονόμευση της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε τις αλλαγές αυτές, οφείλουμε να σταθούμε πρώτα-πρώτα σε ορισμένες πτυχές που αφορούν στον χαρακτήρα και την εσωτερική λειτουργία (σε επίπεδο προγράμματος σπουδών, έρευνας και διοίκησης) των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η αναδιαμόρφωση του χαρακτήρα των πανεπιστημίων συνδέεται άρρηκτα, κατά τον συγγραφέα, με την υιοθέτηση και την υλοποίηση ενός διαχειριστικού μοντέλου (managérial) στο πλαίσιο της ευρύτερης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και της ανάγκης επαγγελματοποίησης (professionnalisation) της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (σελ. 40-42). Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη οι πτυχιούχοι των πανεπιστημίων ή όσοι επιθυμούν να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή καριέρα, να έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα για τη διαβίωσή τους. Εντούτοις, η προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας τέτοιας σχέσης μεταξύ των ΑΕΙ και της αγοράς εργασίας δεν μπορεί να πραγματωθεί σε καμία περίπτωση με όρους οικονομίας τύπου ιδιωτικών επιχειρήσεων, αποδοτικότητας και ποσοτικοποίησης.
Ο Forest θα υποστηρίξει, πολύ ορθά κατά τη γνώμη μου, ότι η λειτουργία των πανεπιστημίου με όρους ελεύθερης αγοράς και management έχει οδηγήσει στην πλήρη αναδιαμόρφωση του ακαδημαϊκού τοπίου και της ποιότητας των σπουδών και της έρευνας. Όπως σημειώνει ο ίδιος, αυτή η λογική οδηγεί «λίγο-πολύ σε αργό και σιωπηρό θάνατο τους κλάδους που δεν θεωρούνται άμεσης προτεραιότητας» (σελ. 43). Σχολές και τμήματα που δεν έχουν πρακτικό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, τίθενται στο περιθώριο ως ήσσονος σημασίας, ενώ αντίστοιχα αντικείμενα που έχουν «ζήτηση» πολύ συχνά χάνουν το κύρος και την ποιότητας τους, λόγω του ανταγωνισμού και των απαιτήσεων της αγοράς («publish or perish»). Για παράδειγμα, είναι πολύ πιο εύκολο να λάβει χρηματοδότηση ένας υποψήφιος διδάκτορας ή ερευνητής επιλέγοντας μια «ετοιμοπαράδοτη» θεματική έρευνα ή διατριβής, συγκεκριμένου προσανατολισμού που πιθανόν θα εξασφαλίσει μελλοντικά και ένα μόνιμο εισόδημα ή μία μόνιμη θέση.
Η πραγματικότητα αυτή, που μόλις παρουσιάσαμε, τείνει κατά τον Forest να παγιωθεί με την «ψηφιοποίηση» του Πανεπιστημίου. Την αντικατάσταση, δηλαδή, της δια ζώσης, της πρόσωπο με πρόσωπο εκπαίδευσης, με την εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση. Αυτή η στόχευση είναι τα θεραπευτικά μέσα στα οποία αναφέρεται ο Forest, και αφορούν πρωτίστως την άνευ όρων, βίαιη εισαγωγή της τεχνολογίας σε όλες τις πτυχές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τόσο της διδακτικής διαδικασίας όσο και του ερευνητικού έργου. Η εξ’ αποστάσεως διδασκαλία, η ψηφιοποίηση των διαλέξεων και του εκπαιδευτικού υλικού, οι ψηφιακές εξετάσεις διαβάλουν, κατά τον συγγραφέα, την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αναιρούν την αποστολή της. Στο όνομα της διασφάλισης της κανονικής λειτουργίας των πανεπιστημίων και της αποφυγής του καθολικού τους κλεισίματος, συντελείται μια ολική στρέβλωση της εκπαιδευτικής αποστολής που τελικά οδηγεί στον εκφυλισμό της (σελ. 64).
Για την απόδειξη των λεγομένων του, θα αξιοποιήσει μια πληθώρα απτών παραδειγμάτων από την εμπειρία του ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Nantes. Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει είναι ότι η τεχνολογία από ένα χρήσιμο επικουρικό εργαλείο στα χέρια φοιτητών, ερευνητών και καθηγητών μετατράπηκε σε αυτοσκοπό της εκπαιδευτικής και ερευνητικής διαδικασίας. Για να το θέσουμε πιο σωστά, το πανεπιστήμιο εξαναγκάζεται να προσαρμόζεται στους όρους, τη φιλοσοφία και τις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και όχι το ανάποδο. Παρατηρούμε, έτσι, το επίπεδο των φοιτητών να πέφτει διαρκώς παρά τα αυξημένα ποσοστά επιτυχίας στις τηλε-εξετάσεις, τις εργασίες να βρίθουν από λογοκοπλή, τις δημοσιεύσεις ερευνητών και καθηγητών να πληθαίνουν ποσοτικά, αλλά να υστερούν ποιοτικά, τα πνευματικά δικαιώματα να καταπατώνται καθημερινά. Και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο, όπου πλέον ότι δεν υπάρχει ψηφιακά δεν υπάρχει καθόλου. Ένα γεγονός που δεν απέχει ιδιαίτερα από τη θεμελίωση μιας «ψηφιακής δικτατορίας» (σελ. 77).
Η θέση του Forest εύλογα θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως τεχνοφοβική, συντηρητική και, σαφώς, υπερβολική. Όχι τόσο από την περιγραφή αυτών των αλλαγών, αλλά από τις έννοιες που έχει επιλέξει για να εκφράσεις τις ανησυχίες του για το μέλλον του πανεπιστημίου. Στο τέλος του βιβλίου του θα κάνει μάλιστα λόγο για μια «παντός καιρού και τόπου απειλή του φασισμού, κάτω από τις φαινομενικά νέες μορφές που παίρνει» (σελ. 79). Εάν, όμως, αφήσουμε στην άκρη αυτή την υιοθέτηση ενός ακραίου λόγου, μπροστά στις ραγδαίες εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο πανεπιστήμιο, θα αντιληφθούμε την επιτακτικότητα της αφύπνισης της ακαδημαϊκής κοινότητας. Όχι με τον εξοβελισμό της τεχνολογίας, ούτε με την καθολική του απόρριψη. Αλλά με την προσαρμογή της στις ανάγκες της ακαδημαϊκής κοινότητας και όχι το ανάποδο.
Εξάλλου, οφείλουμε να συμβαδίσουμε με τις νέες τεχνολογίες. Το πανεπιστήμιο δεν συνιστά – και ούτε θα έπρεπε να συνιστά- έναν χώρο πέραν και έξω από την κοινωνία, μια κλειστή κοινότητα, θεμελιωμένη σε προκαταλήψεις και ελιτίστικου τύπου θέσεις και πρακτικές. Το στοίχημα είναι να θέσουμε τους όρους στη βάση των οποίων τα τεχνολογικά μέσα ενσωματώνονται στο πανεπιστήμιο, με επίκεντρο την βασική αποστολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της αναβάθμισης της ποιότητας σπουδών και έρευνας. Υπό το πρίσμα αυτό, το βιβλίο του Forest συνιστά ένα κάλεσμα για δράση προς την κατεύθυνση αυτή.
1. Ο Forest αξιοποιεί εδώ την έννοια της ψηφιακής τυραννίας από το κείμενο του Giorgio Agamben, υπό τον τίτλο Requiem per gli studenti που δημοσιεύτηκε στις 22 Μαΐου του 2020 στο ιταλικό blog Diario della Crisi (διαθέσιμο στον ιστότοπο https://www.iisf.it/).
*Πολιτικός Επιστήμονας
