Με αφορμή τα δυσάρεστα γεγονότα που συνέβησαν στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και το ΑΠΘ ενεργοποιήθηκε η ειλημμένη απόφαση της κυβέρνησης να εγκαταστήσει στους χώρους των τεσσάρων μεγάλων Πανεπιστημίων ειδικό αστυνομικό σώμα προς επιτήρηση του εκπαιδευτικού τους έργου και της εν γένει φοιτητικής ζωής.
Η πρόθεση της κυβέρνησης να επιβάλει την εσωτερική αστυνόμευση των πανεπιστημιακών χώρων εγείρει ευθύς εξ αρχής αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα αυτής της απόφασης. Η κατά διαστήματα έκνομη συμπεριφορά μιας μικρής μερίδας φοιτητών μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τις πανεπιστημιακές αρχές (Πρυτανικό Συμβούλιο και Σύγκλητο) βάσει του αυτοδιοίκητου των δημόσιων Πανεπιστημίων και γενικά του νομικού πλαισίου που διέπει την αυτόνομη διοικητική και εκπαιδευτική τους λειτουργία.
Το ερώτημα είναι αν η δημιουργία και μόνιμη εγκατάσταση ειδικού αστυνομικού σώματος στους χώρους των δημόσιων Πανεπιστημίων αποτελεί πράγματι ζωτική ανάγκη για τους φοιτητές και την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Είναι πασιφανές ότι το κύριο πρόβλημα που απασχολεί τόσο την πανεπιστημιακή κοινότητα όσο και την ελληνική κοινωνία είναι η αδυναμία του υπάρχοντος παραγωγικού μας συστήματος καθώς και των θεσμών του κοινωνικού εποικοδομήματος (δημόσια διοίκηση, παιδεία, υγεία, πολιτισμός κ.λπ.) να προσφέρουν ικανοποιητική απασχόληση σε όλους τους νέους κατόχους πανεπιστημιακών τίτλων.
Η οφθαλμοφανής αυτή αδυναμία έχει αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος των πτυχιούχων, ιδιαίτερα από μεσαίες και ασθενέστερες οικονομικά οικογένειες, να αναγκάζεται να συμβιβαστεί με εργασίες άσχετες προς τις ειδικεύσεις και τα τυπικά του προσόντα ή να μεταναστεύει στο εξωτερικό ή, τέλος, να μένει για αρκετό χρονικό διάστημα άνεργο. Σύμφωνα με έκθεση της ΕΘΑΑΕ (Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης), το 40% του συνόλου των ανέργων της χώρας κατά το έτος 2020 ήταν πτυχιούχοι Πανεπιστημίου. Υπολογίζεται δε ότι από τους 260.000 ηλικίας 25-44 ετών που εγκατέλειψαν στο διάστημα 2010-2017 τη χώρα, το 70%, ήτοι οι 180.000, ήταν απόφοιτοι Πανεπιστημίου.
Είναι απογοητευτικό για τους νεοεισερχόμενους στα Πανεπιστήμια φοιτητές μετά την οικονομική επιβάρυνση της φροντιστηριακής προετοιμασίας και την ψυχοφθόρα δοκιμασία των πανελλαδικών εξετάσεων να αισθάνονται, ήδη από τις αρχές των σπουδών τους, τις δυσκολίες που ορθώνονται απέναντι στη μέλλουσα επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
Αν και δεν είναι στατιστικά μετρήσιμη, είναι εν τούτοις αδιαμφισβήτητη η αρνητική επίδραση που ασκεί καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών η υποβόσκουσα αβεβαιότητα των φοιτητών τόσο στον μαθησιακό τους ζήλο όσο και στην εκπαιδευτική λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Η κατάσταση αυτή μπορεί βαθμιαία να μεταβληθεί αν υπάρξει αναθεώρηση της εκπαιδευτικής πολιτικής και προγραμματιστεί η σταδιακή ανασυγκρότηση του εθνικού παραγωγικού μας συστήματος.
Η κυβέρνηση όμως έχει ήδη επιλέξει μια εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική. Συνεχίζει να συρρικνώνει το εκπαιδευτικό έργο των δημόσιων Πανεπιστημίων και να προωθεί τα ιδιωτικά κολέγια παρακάμπτοντας με νομικά προβληματικές μεθοδεύσεις το συνταγματικό άρθρο 16 που απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα.
Αρχής γενομένης με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου η κυβέρνηση έχει συγκεκριμενοποιήσει την εκπαιδευτική της πολιτική προβαίνοντας α) σε συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολών και τμημάτων περιφερειακών κυρίως Πανεπιστημίων με κατευθύνσεις του «οδηγού πλεύσης», β) στον περιορισμό της κρατικής χρηματοδότησης μέσω του προβληματικού μηχανισμού αξιολόγησης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, γ) στη μείωση του αριθμού των εισακτέων στα δημόσια Πανεπιστήμια βάσει της θεσμοθέτησης (Ν.4777/21) της ΕΒΕ (Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής) με αποτέλεσμα την αποψίλωση περίπου 100 πανεπιστημιακών τμημάτων και τον αποκλεισμό χιλιάδων υποψηφίων από τη δυνατότητα να σπουδάσουν στα δημόσια Πανεπιστήμια, δ) στην αισθητή χειροτέρευση της αναλογίας φοιτητών ανά διδάσκοντα (40 προς 1) λόγω μερικής αντικατάστασης των μελών ΔΕΠ που συνταξιοδοτούνται, ε) στην εξίσωση των πτυχίων των δημόσιων Πανεπιστημίων με τα πτυχία των ιδιωτικών κολεγίων μέσω του ΑΤΕΕΝ (Αυτοτελές Τμήμα Εφαρμογής Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας) που εδρεύει στο υπουργείο Παιδείας. Σχεδιάζονται, τέλος, η επαναφορά των Συμβουλίων Διοίκησης Ιδρυμάτων και η τοποθέτηση μάνατζερ στα Πανεπιστήμια.
Είναι σκόπιμο να σχολιαστούν δύο όψεις της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής. Πρώτον, η επαγγελματική αναβάθμιση των πτυχίων των ιδιωτικών κολεγίων και δεύτερον, η εκτιμώμενη αποτελεσματικότητα της αστυνομικής επιτήρησης των δημόσιων Πανεπιστημίων. Η ελεύθερη εγγραφή και τριετής διάρκεια σπουδών στα 16 ιδιωτικά κολέγια σε σύγκριση με τα ισχύοντα για τα 23 δημόσια Πανεπιστήμια δεν δικαιολογεί κατ’ ουδένα τρόπο την επαγγελματική εξίσωση των δύο πτυχίων. Εύγλωττη είναι και η παγκόσμια επιστημονική κατάταξή τους από την έγκυρη Webometrics.
Το ΕΚΠΑ καταλαμβάνει την 180ή θέση παγκοσμίως, το ΑΠΘ τη 205η και το ΕΜΠ την 329η. Αντίθετα το Deree τη 2.811η, το Metropolitan College την 6.183η και το American University of Athens την 23.295η.
Οσο δε αφορά την εγκατάσταση της αστυνομίας στους πανεπιστημιακούς χώρους, αυτή βρίσκει τη συντριπτική πλειονότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας κατηγορηματικά αντίθετη. Θα απέβαινε, κατά συνέπεια, προς όφελος της κυβέρνησης αν αναθεωρούσε την αρχική αντιεκπαιδευτική της απόφαση, αποφεύγοντας συγχρόνως τη σχεδόν βέβαιη αλλά κοινωνικά αχρείαστη σύγκρουση με τους Ελληνες φοιτητές.
* ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών
