Λογγινίδης Παναγιώτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παράθεση της νομικής προσέγγισης που ακολουθεί στο ζήτημα της υιοθεσίας ανηλίκων τέκνων από ζευγάρια του όμοιου φυσικού φύλου αποτελεί μια προσπάθεια να συγκεραστεί τόσο η νομική πραγματικότητα όσο και η περιπέτεια της ζωής που στην πράξη συμβαίνει για όσους καλύπτει το υπό έκθεση ζήτημα.

Έχοντας κατά νου το νομικό ιστορικό της αναγνώρισης νομικά θεσμοθετημένης σχέσης μεταξύ ατόμων του ίδιου φυσικού φύλου με το σύμφωνο συμβίωσης (ν. 4356/2015), το οποίο διαφέρει σχεδόν σε τίποτα (πχ αποκλεισμός του/της έτερου-ης συντρόφου από τα αποκτήματα) από το νομικό κατασκεύασμα του γάμου, αλλά και τον εν γένει μετασχηματισμό της αστικής παγκόσμιας κοινωνίας σε κάτι νέο που κανένα μοντέλο προτύπων, συμβόλων και συγκρότησης του κοινού και του συλλογικού από το παρελθόν δε μπορεί να υιοθετηθεί ή να εφαρμοστεί κατά τον Σοπενάουερ, το αστικό δίκαιο του δυτικού κόσμου κατάφερε να νομιμοποιήσει τη σχέση – όποια κι αν αυτή, ερωτική, συγκατοίκησης, συναισθηματική – μεταξύ ατόμων του ίδιου φυσικού φύλλου που επιθυμούν να αναγνωριστεί η σχέση αυτή από τη δημόσια διοίκηση.

Κι ενώ ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου πήγε ένα βήμα πιο πέρα το συλλογισμό αυτό, αναγνωρίζοντας και την υιοθεσία των φιλοομόφυλων ζευγαριών, η ελληνική έννομη τάξη και η ελληνική κοινωνία εν γένει, παρ’ ότι έχει απωλέσει κάθε στοιχείο φυσικής θεώρησης των πραγμάτων, μιμούμενη το δυτικό μοντέλο οργάνωσης και δράσης, το οποίο ρυθμίζεται πια κυρίαρχα από την οικονομία της αγοράς, κι ενώ λοιπόν θα έπρεπε και σε αυτό το σημείο να ταυτιστεί με το δυτικό κόσμο, ωστόσο δεν τόλμησε να ρυθμίσει νομικά την υιοθεσία παιδιών από ζευγάρια όμοιου φυσικού φύλου, όπως όφειλε να κάνει λόγω της συμπερίληψής της σε αυτό που αποκαλούμε δυτικός φιλελεύθερος κόσμος. Κι ενώ με το ν. 4538/2018, ο οποίος ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τις ψήφους και βουλευτών προοδευτικών και μη, κομμάτων, θεσμοθετήθηκε η αναδοχή από ζευγάρια του ιδίου φυσικού φύλου που έχουν συνάψει σύμβαση συμβίωσης, το πολιτικό κόστος στέρησε από αυτή την πολιτική πρωτοβουλία, την ολοκλήρωση, δηλαδή την υιοθεσία στη θέση της αναδοχής. Μάλιστα, κόμμα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, με πρόταση νόμου ζήτησε την πλήρη αποδοχή του θεσμού της υιοθεσίας με τον εν λόγω νόμο, χωρίς ωστόσο η τότε κυβέρνηση να υπερβεί το φόβο κόστους σε ψήφους μιας τόσο προοδευτικής νομοθέτησης.

Με το νομοθετικό λοιπόν παρελθόν που περιγράφεται παραπάνω και με δεδομένο το συνεχή μετασχηματισμό των κοινωνικών μοντέλων και προτύπων που αναπτύσσονται στα μεγάλα αστικά κέντρα παγκοσμίως και που φέρουν κοινά χαρακτηριστικά, αφού ο τρόπος ζωής της πλειοψηφίας του δυτικού κόσμου είναι πανομοιότυπος και τείνει στην ομοιογενοποίηση, η νομοθέτηση της υιοθεσίας για τα ζευγάρια ιδίου φυσικού φύλου, μάλλον μοιάζει ως ανάγκη για τους εξής λόγους:

– Γιατί η πραγματική ζωή ξεπερνάει το νόμο ή το μη νόμο και δείχνει τι πρέπει να γίνει για να ρυθμιστεί μια de facto κατάσταση. Η ανάγκη πρόβλεψης ενός νομικού πλαισίου για τα ζευγάρια ίδιου φυσικού φύλλου που ένας ή μία εκ των δύο συζύγων τεκνοποιεί και το τέκνο συμβιεί και με το δεύτερο άτομο, πέρα από την πραγματική σχέση που αναπτύσσει με το/τη σύντροφο του φυσικού γονέα, το παιδί, ενηλικιώνεται τελικά με ένα δεύτερο άτομο ως γονεϊκό πρότυπο, εντός του σπιτιού, το οποίο έρχεται να καλύψει την απουσία του δεύτερου φυσικού γονέα, σε κάθε επίπεδο, τόσο συναισθηματικά και ψυχικά, όσο και σε επίπεδο πρακτικό, αφού το ξένο άτομο προς το παιδί δεν παύει να είναι ο/η σύντροφος του φυσικού γονέα. Ακόμα και στην περίπτωση που και οι δυο φυσικοί γονείς έχουν αναγνωρίσει το παιδί τους, δεν παύει στην πράξη το ζευγάρι που συγκατοικεί να φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της σύζευξης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε οικογένεια και που προσδίδουν στους συγκατοίκους μια ιδιαίτερη ταυτότητα στη σχέση με το παιδί.

Έτσι λοιπόν, η γυναίκα που αποφασίζει να τεκνοποιήσει με δότη σπέρματος ή ο άντρας που γονιμοποιεί ωάριο τρίτης γυναίκας με σκοπό να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, φυσικά δικαιώματα δηλαδή πανανθρώπινα και αδιαπραγμάτευτα, τελικά προβαίνει στην ανατροφή αυτών των παιδιών, όχι με τους έτερους φυσικούς γονείς τους, αλλά με τους/τις συντρόφους τους, που είναι δυνατόν ή όχι να είναι ήδη σύζυγοι με σύμφωνο συμβίωσης και το οποίο ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα των συζύγων αυτών στην τεκνοθεσία. Αυτή είναι μια πραγματικότητα, η οποία συμβαίνει και η οποία λόγω ακριβώς αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή συμβαίνει, πρέπει να ρυθμιστεί προς όφελος των διοικουμένων, από την Πολιτεία.

– Γιατί τα ομόφυλα ζευγάρια, αναπτύσσουν στην πράξη δεσμούς οικογένειας με το παιδί, είτε που γεννάται φυσικά από τον έναν γονέα, είτε υιοθετείται από τον έναν γονέα, ώστε να επιβάλλεται η ρύθμιση του κληρονομικού δικαιώματος του άλλου γονέα, προς το παιδί, το οποίο στην πράξη ανατρέφεται κι από το/τη σύντροφο του φυσικού ή θετού γονέα. Από το αστικό δε δικαίωμα της υιοθεσίας, όπως αναγνωρίζεται από τον αστικό κώδικα, δημιουργείται ισχυρότερος κληρονομικός δεσμός σε σχέση με το δικαίωμα από διαθήκη προς τρίτο πρόσωπο (όχι τέκνο), επιτρέποντας σε τρίτα πρόσωπα (πχ γονείς του /της συντρόφου) να διεκδικήσουν περιουσία από το μη υιοθετημένο τέκνο, λόγω νόμιμης μοίρας και τελικά να παρακαμφθεί η βούληση του/της διαθέτη-ιδος, λόγω ατολμίας του νόμου να αναγνωρίσει το δικαίωμα υιοθεσίας στις περιπτώσεις υπό εξέταση.

– Γιατί η νομική επιστήμη, αλλά και η νομοθετική εξουσία δεν είναι δυνατόν να αποκόπτονται από τις άλλες επιστήμες, αγνοώντας τες, όπως συνέβη με την περίπτωση του κορωναϊού, όπου η ιατρική επιστήμη ακύρωσε αυτόματα και συλλήβδην όλες τις άλλες επιστήμες (ψυχολογία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, ιστορία), καθορίζοντας μάλιστα μόνη αυτή τη ζωή του κοινωνικού συνόλου, σαν οι άνθρωποι να μην είναι μονάδες και σα να είναι αυτοματοποιημένες μηχανές. Έτσι, η ρύθμιση της υιοθεσίας από ζευγάρια όμοιου φύλου και ειδικά γυναικών, ερείδεται και σε βασικές έννοιες ψυχανάλυσης, όπου ετεροφυλόφιλος-η μπορεί να καθοριστεί κάποιος από την ψυχική του στάση κι όχι αποκλειστικά από το φυσικό του φίλο. Ο ορισμός του Λακάν για το ποιος θεωρείται ετεροφυλόφιλος έναντι της γυναίκας, αποτελεί ακριβώς παράδειγμα της διαπίστωσης αυτής, αφού ο αναλυτής ονομάζει ετεροφυλόφιλο (ως προς τη γυναίκα πρόσωπο) κάθε άτομο που αγαπάει τη γυναίκα, ασχέτως του φυσικού του φύλου (= ce qui aime les femmes quel que soit son propre sexe). Eδώ λοιπόν, η ετεροσεξουαλικότητα ταυτίζεται με την ομοσεξουαλικότητα ομιλούντων σωμάτων που αμύνονται απέναντι στο έτερο, επιτρέποντας τη σύζευξη και ατόμων του ίδιου φυσικού φύλου, τα οποία κατά προέκταση αυτού, μπορούν να σχηματίσουν δεσμούς, συναισθηματικούς, σεξουαλικούς και εν τέλει, οικογενειακούς. Επομένως, μια στείρα απροθυμία ρύθμισης του θέματός μας, αποκομμένη από τις υπόλοιπες επιστήμες που αγγίζουν το σκληρό πυρήνα της επιθυμίας, μοιάζει παντελώς ελλειμματική να δικαιολογήσει τη συνεχή άρνηση της πολιτείας να ρυθμίσει ένα θέμα που για κάποιους πολίτες είναι μείζον, καθημερινό και συμβαίνει έτσι κι αλλιώς, ερήμην των υπολοίπων.

Για όλους αυτούς τους λόγους και καθώς διακυβεύονται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως της ισότητας όλων των πολιτών απέναντι στο νόμο, των ίσων δικαιωμάτων, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής, μοιάζει πια μονόδρομος η καθιέρωση του νομικού θεσμού της υιοθεσίας, όπως αυτός ρυθμίζεται ήδη από τον ΑΚ και για τα ομόφυλα ζευγάρια, προς ικανοποίηση των εννοιών του Κράτους Δικαίου και της Ισότητας των πολιτών.

*Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Δρ ευρωπαϊκού δικαίου Πανεπιστημίου Τουλούζης