Αντέχει η προσωρινά σε αναστολή λόγω πανδημίας μόνιμη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που έχει επιβάλει η Γερμανία στην ευρωζώνη με εργαλεία τον κόφτη χρέους και το Σύμφωνο Σταθερότητας μια μακράς διαρκείας ψυχροπολεμική κλιμάκωση στις σχέσεις Δύσης-Ρωσίας;
Η απάντηση είναι απερίφραστα αρνητική καθώς το άθροισμα του κόστους των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της εκτόξευσης των αμυντικών δαπανών θα τινάξει στον αέρα την ούτως ή άλλως δύσκολη έως αδύνατη επιστροφή στην κανονικότητα.
Με την πανδημία, τη διάρκειά της και το συνολικό κόστος της να παραμένουν ζητούμενα, η Γερμανία βλέπει ήδη την πολιτική Μπάιντεν απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα ως τη σοβαρότερη απειλή, μετά την ενοποίησή της το 1989-90, της ηγεμονικής της θέσης στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς.
Το σενάριο μιας εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία ή ακόμη και ενός θερμού επεισοδίου που θα ανακηρυχθεί ως εισβολή θα πλήξει τη Γερμανία από δύο μέτωπα:
● Πρώτον, το Βερολίνο θα κληθεί να κάνει ξεκάθαρη επιλογή ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα.
Είτε θα διακόψει την ενεργειακή σύμπραξη με τη Ρωσία με πρώτο θύμα τον Nord Stream 2 και με ολέθριες παρενέργειες στη βιομηχανική της παραγωγή και στον εξαγωγικό δυναμισμό.
● Είτε θα έλθει σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ, οπότε θα είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει την εγγύηση της ασφάλειάς της στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα που προτείνει πιεστικά ο Μακρόν από την εκλογή του το 2017 μέχρι και σήμερα.
Δίχως υπερβολή το Βερολίνο βρίσκεται ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη καθώς και τα δύο σενάρια εξελίξεων σημαίνουν τον αιφνίδιο θάνατο της μόνιμης περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Αν σε όλα τα παραπάνω προστεθούν κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της Κίνας, τότε οι επιλογές του Μπάιντεν στη διεθνή σκηνή θα προβάλουν ως μια πολιορκία του Βερολίνου.
Χωρίς την εγγυημένη ενεργειακή επάρκεια που διασφαλίζεται με τη συνεργασία με τη Ρωσία, χωρίς τη διαρκή διεύρυνση των εξαγωγών προς την Κίνα, η εσωτερική ζήτηση της οποίας είναι η ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής αναθέρμανσης, με απρόβλεπτο το συνολικό κόστος της πανδημίας και με δυσθεώρητες τις αμυντικές δαπάνες είτε στο πλαίσιο ενός ΝΑΤΟ που θα πολιορκεί τη Ρωσία ή μιας ευρωπαϊκής αμυντικής δομής όπου θα υπάρχει η πρόκληση της δεδομένης υπεροχής της Γαλλίας, η Γερμανία θα αντιμετωπίσει στρατηγική δύσπνοια.
Χωρίς τη μερκαντιλιστική εξωτερική της πολιτική και την εξάρτησή της από εγγυημένη ροή εισαγόμενης ενέργειας και συνεχώς αυξανόμενων εξαγωγών, η Γερμανία θα δει όλες τις προϋποθέσεις της παντοδυναμίας της να αποδομούνται.
Με άλλα λόγια, αν η ψυχροπολεμική κλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας και ΗΠΑ-Κίνας κυριαρχήσει, τότε στην περίπτωση αυτή το Βερολίνο θα πρέπει να αναζητήσει αλματώδη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης στο σύνολο της ευρωζώνης.
Στην περίπτωση αυτή αντίο στους ενάρετους και ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς που αποτελούν πλέον ενσωματωμένη στο γερμανικό Σύνταγμα υποχρέωση και κυρίως οριστικό και αμετάκλητο αντίο στα δύο μεγάλα ταμπού της γερμανικής ευρωζώνης, την αμοιβαιοποίηση των κινδύνων μέσω κοινού δανεισμού και τη μεταφορά πόρων από τον πλεονασματικό Βορρά στον ελλειμματικό Νότο.
Το σενάριο υλοποίησης των συντριπτικών κυρώσεων ενάντια στη Ρωσία είναι αδιανόητη επιλογή για τη Γερμανία και έτσι εκ των πραγμάτων όλοι οι εμπλεκόμενοι στη σημερινή κρίση στις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία γνωρίζουν ότι η σκληρή ρητορική του Μπάιντεν είναι αμφίβολου πραγματικού αντικρίσματος.
