Η πρόσφατη αντίδραση της κυβέρνησης απέναντι στην κακοκαιρία, έπειτα από τη στάση της για την πανδημία, δείχνει πόσο αντιλαμβάνεται την έννοια του κράτους ως έναν μηχανισμό ολότελα διαφορετικό, αυτοκέφαλο και πολλές φορές απέναντι στην κοινωνία των πολιτών. Πράγμα που το επιβεβαίωσε κατόπιν η συζήτηση της πρότασης μομφής στο Κοινοβούλιο, όπου η μόνιμη, τελευταία, επωδός «για όλα φταίει η κλιματική αλλαγή» χρησιμοποιείται για να απαλλάξει την κυβέρνηση και την ανυπαρξία ή απραξία κάθε κρατικού μηχανισμού (πρόληψης και αντιμετώπισης) από κάθε λογοδοσία και κυρίως από κάθε υπευθυνότητα και υποχρεώσεις απέναντι στον πολίτη.
Το κράτος για την κυβέρνηση είναι εκείνη η εγελιανή αφηρημένη και εξιδανικευμένη απόλυτη αρχή της «πολιτικής κοινωνίας» που, όπως δίδασκε ο Γκράμσι, έχει διαχωριστεί τελείως από την «κοινωνία των πολιτών», η οποία γίνεται νοητή ως υποτελής στην Αρχή και τις συνθήκες κυριαρχίας που εκείνη επιτάσσει στην κοινότητα. Να «συναινεί» απλώς στην οργάνωση και διαχείριση των συμφερόντων της ηγετικής τάξης, που το κράτος και οι μηχανισμοί του (κρατικοί και ιδιωτικοί, π.χ.Τύπος) εμμέσως εκπροσωπούν.
Μέσα όμως από τη θεληματική από τον έναν και εθελούσια από τον άλλον αποσύνδεση της κοινωνίας των πολιτών από το «πολιτεύεσθαι της κοινωνίας» υπέρ της «πολιτικής κοινωνίας», μέσα από την αυτονομία της πολιτικής και οικονομικής απόφασης, ουσιαστικά επιβάλλεται ένας «αποκλεισμός». Που στην περίπτωση της κακοκαιρίας (αλλά και της πανδημίας) ο αποκλεισμός τούτος προσέλαβε κυριολεκτική έννοια. Οι αποκλεισμένοι στα σπίτια τους από την πανδημία και τώρα από τα χιόνια είναι ο πραγματικός συμβολισμός των «αποκλεισμένων» πολιτών.
Αυτός ο «αποκλεισμός» φάνηκε πόσο δεν μοιάζει με την κατ’ επιλογήν μονήρεια του α λα Χ. Θορό «Ουόλντεν», αναχωρητή από τα κοινά, που όμως διεκδικεί τα δικαιώματά του, οι περιορισμένοι άνθρωποι -ιδίως για όσους πίστευαν ότι στα προάστια είναι προστατευμένοι από την ανυποληψία του κράτους και του χαοτικού άστεως. Τελικά και αυτοί ανακάλυψαν πως δεν είναι απλώς ευτυχισμένοι μονήρεις, που γλίτωσαν από την τριβή του «γραφειοκρατικού ορθολογισμού» του «κράτους-αντικειμένου», που θα έλεγε ο Πουλαντζάς. Απεναντίας, διαπιστώνουν πως έχουν περιπέσει σε μια «απομόνωση» όπως την ορίζει η Χάνα Αρεντ. Στην κατάσταση δηλαδή όπου έχουν ρηγματωθεί όλες οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, με τους ιδεολογικο-βιοκατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους να έχουν βαθύνει την παθητικότητα και τον έλεγχο, μέσα από την αναπαραγωγή των μοντέλων παραγωγής και τρόπου ζωής.
Η «απομόνωση» αυτή, διδάσκει η Αρεντ, ως παθητική αποδοχή της απολιτικής κατάστασης του ανθρώπου, που την ορίζει εύλογα ως «προ-ολοκληρωτισμό», οδηγεί τον άνθρωπο στην «απελπισία». Γιατί ο άνθρωπος, έτσι «απομονωμένος», χωρίς πολιτικές (τη ευρεία εννοία) σχέσεις με τον συνάνθρωπο, βρίσκεται υποβιβασμένος -και από τους μηχανισμούς του «κράτους-αντικειμένου» έτσι μόνο θεωρείται- στην περιωπή του homo laborans, με στόχο μόνο την επιβίωση και με ακυρωμένη την επινοητικότητα και τη δημιουργικότητα, το πράττειν/δράση του homo faber.
Η «απομόνωση» αυτή ενισχύεται και από την κρατική ρητορεία, που καθηλώνει σε μια αφαιρετική και ισοπεδωτική/ενοποιητική συμβολοποίηση τη σημασιολογική αποκρυπτογράφηση, που αποτελεί την πραγματική δομή του λόγου -ως νόημα και ατομική, καίτοι συχνά επιλεκτική, σημασιοδότηση των ερεθισμάτων και όχι τόσο ως διαπροσωπική επικοινωνία. Ο άνθρωπος, μόνος απ’ όλα τα ζώα, δεν έχει ένα προκαθορισμένο περιβάλλον που του επιβάλλει τη μεταβολή του γενότυπού του ώστε να εξοικειωθεί σε αυτόν. Αυτή η έλλειψη είναι που ενεργοποιεί τη διαρκή μαθητεία και την επινοητικότητα.
Η «άφεση αμαρτιών», όπως θα την ονόμαζε ο Α. Γκέλεν, της επωδού «για όλα φταίει η κλιματική αλλαγή» επιχειρεί να συσκοτίσει ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να ξεπεράσει τη «νεοτενία» του και να περάσει από το λακανικό στάδιο του καθρέφτη. Καθώς δεν υπάρχει συνείδηση χωρίς πρώτα αυτοσυνείδηση, θα πρέπει να αφήσει πίσω του την Gestalt του ειδώλου και μετά την ταύτιση να αρχίσει την αποτίμηση των διαφορών από τον προ-ιδεασμό για τη μορφή του. Πίσω από τον καθρέφτη τού «για όλα φταίει ο καιρός» να αντιληφθεί τον αίτιο της κλιματικής αλλαγής: τα «μεγάλα έργα» που δεν έχουν απώτερο στόχο τον ίδιο, αλλά τα οικονομικά συμφέροντα, την αδιαφορία για το οικολογικό αποτύπωμα που αφήνει έως την αποπεράτωσή τους και την τσιμεντοποίηση, την υποβάθμιση του habitat, που πρώτο πρώτο θύμα έχουν τον ίδιον.
*Δημοσιογράφος, δρ Γλωσσολογίας/Φιλοσοφίας
