Σε ένα άρθρο μου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της 7.11.19 με τίτλο η «Η καταρράκωση της Βουλής συνεχίζεται», ανέφερα ότι την περίοδο στην οποία η Χρυσή Αυγή είχε εισέλθει στη Βουλή, πολλές φορές η συζήτηση ξέφευγε και ορισμένοι από τους μετέχοντες –πρωτοστατούντων των βουλευτών του κόμματος εκείνου– ξεστόμιζαν ανήκουστες λέξεις και φράσεις που έκαναν να ντρέπεται κανείς για το πόσο χαμηλά είχε πέσει το επίπεδο των συζητήσεων στη Βουλή.
Η αποτυχία της Χρυσής Αυγής να ξεπεράσει το 3% στις εκλογές του 2019 απάλλαξε τη Βουλή από την παρουσία ενός κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης που υμνούσε τον Χίτλερ και μόλυνε τον «ναό» της δημοκρατίας. Μετά, με τη λαϊκή ετυμηγορία-εξοβελισμό του κόμματος αυτού από τη Βουλή, θα έλπιζε κανείς ότι ο –με τέτοιες συμπεριφορές– διασυρμός της Βουλής θα σταματούσε και θα άρχιζε μια περίοδος αποκατάστασης του κύρους της. Μάταια.
Τόσο τους λίγους μήνες που μεσολάβησαν από τις εκλογές της 7.7.19 μέχρι το άρθρο που προαναφέρθηκε όσο και από τότε μέχρι σήμερα, δηλαδή στα δυόμισι χρόνια της θητείας της σημερινής κυβέρνησης, τόσο στη διάρκεια των συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής και των Επιτροπών όσο και εκτός αυτών, σημειώνονται επεισόδια τα οποία συνεχίζουν να καταρρακώνουν το Κοινοβούλιο.
Στα επεισόδια αυτά πρωτοστατεί μικρός αριθμός βουλευτών, βασικά της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ, και οι δύο «κορυφαίοι» από αυτούς κραυγάζουν και ανταλλάσσουν ακατονόμαστες εκφράσεις και ύβρεις που προκαλούν αλγεινή εντύπωση, όχι μόνο στον λαό αλλά και στο εξωτερικό. Σε ακραίες περιπτώσεις –όπως συνέβη πρόσφατα στο κυλικείο της Βουλής– ο ένας απειλούσε τον άλλο και η κατάσταση κινδύνευσε να ξεφύγει και μόνο με την επέμβαση ψυχραιμότερων συναδέλφων τους (και μελών της φρουράς της Βουλής!) αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Θα περίμενε κανείς οι αρχηγοί των δύο κομμάτων –πρωθυπουργός και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης– να καταδίκαζαν τις συμπεριφορές αυτές και να παρέπεμπαν τους υπαιτίους στα αρμόδια όργανα των κομμάτων τους για τα περαιτέρω. Δυστυχώς, αντί γι’ αυτή την αυτονόητη ενέργεια, τους καλύπτουν και, το χειρότερο, τους μιμούνται. Πιο συγκεκριμένα:
Τόσο στη διάρκεια της συζήτησης νομοσχεδίων όσο και ερωτήσεων και επερωτήσεων ή ακόμα και συζητήσεων σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων, οι δυο αρχηγοί καλλιεργούν μια ακραία πόλωση καταφεύγοντας, και αυτοί, σε λεκτικές ακρότητες μέχρι και ύβρεις, υπό τα χειροκροτήματα των βουλευτών των κομμάτων τους(!), που με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στην παραπέρα υποβάθμιση της Βουλής.
Αυτά τα επεισόδια μεταδίδονται απευθείας από το κανάλι της Βουλής και στη συνέχεια τα παίρνουν τα κυβερνητικά μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία, με υπερβολική προβολή και επικριτικό σχολιασμό της απαράδεκτης συμπεριφοράς βουλευτών της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στοχεύουν στο να υπερασπιστούν την επίσης απαράδεκτη συμπεριφορά κυβερνητικών βουλευτών.
Ο ευτελισμός της Βουλής με όλους τους παραπάνω τρόπους προκαλεί δυσμενέστατα σχόλια από την πλειονότητα του λαού, με αποτέλεσμα σε όλες τις δημοσκοπήσεις οι αρνητικές γνώμες για τους δύο αρχηγούς να υπερτερούν κατά πολύ των θετικών. Η «μπάλα» όμως παίρνει και τους αρχηγούς των άλλων κομμάτων. Τελικά όλα όσα προαναφέρθηκαν από τη μια μεριά υπονομεύουν τους θεσμούς και τη δημοκρατία και από την άλλη ενισχύουν τις ακροδεξιές και φασιστικές τάσεις ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων.
Είναι καιρός να γίνει κατανοητό από όλα τα κόμματα, κυρίως όμως από τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ και τους αρχηγούς τους, ότι οι συμπεριφορές που προαναφέρθηκαν πρέπει να εκλείψουν οριστικά. Για τον σκοπό πρώτα οι αρχηγοί των δύο αυτών κομμάτων πρέπει να δώσουν το παράδειγμα σεβασμού του Κοινοβουλίου και να απαιτήσουν από όλους τους βουλευτές των κομμάτων τους να πράξουν το ίδιο. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αποκατασταθεί το κύρος της Εθνικής Αντιπροσωπείας.
Επισήμανση
«Θύμα» των συμπεριφορών που προαναφέρθηκαν έγινε και ο Κανονισμός της Βουλής. Χωρίς την τήρησή του δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει το Κοινοβούλιο. Στο πρόσφατο επεισόδιο με τον «κορυφαίο» βουλευτή και πρώην υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ, η κατάσταση ξέφυγε τελείως, με αποτέλεσμα να διακοπεί η συνεδρίαση του Σώματος, γεγονός που συμβαίνει σπανιότατα. Ο συγκεκριμένος βουλευτής όφειλε ή να επανέλθει στην τάξη, όπως του ζήτησε ο προεδρεύων της συνεδρίασης, ή, διαμαρτυρόμενος, να κατέλθει του βήματος και αν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματός του έκρινε ότι ο προεδρεύων παραβίασε τον Κανονισμό της Βουλής, να ζητούσε τον λόγο για να διαμαρτυρηθεί και να υπερασπιστεί τον βουλευτή. Δυστυχώς τίποτε από αυτά δεν έγινε. Ο βουλευτής συνέχισε να είναι στο βήμα και μετά τη διακοπή της συνεδρίασης, ευτελίζοντας τον θεσμό του Κοινοβουλίου.
*Πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
