Μέσα στο επικαιρικό λεξιλόγιό μας έχουμε λόγω της πανδημίας αναπτύξει νέες φραστικές διατυπώσεις που κυμαίνονται από λοιμωξιολογικούς όρους έως τυπολογία εμβολίων και αντισωμάτων. Είναι μάλλον φυσικό να αναζητήσουμε από τη νέα χρονιά, που έχουμε υποδεχτεί, νέους τρόπους να τονώσουμε την αυτοπεποίθηση και την αισιοδοξία μας. Εάν η σωματική μας υγεία βρίσκεται στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων μας, εξίσου τουλάχιστον μας απασχολεί και η ψυχική μας υγεία.
Επιπλέον είναι ήδη καταγεγραμμένο από παρελθόντα έτη ένα φαινόμενο μελαγχολίας, που κατόπιν της ευωχίας υφέρπει, για να υπενθυμίζει υπόκωφα σε ορισμένους -ή με πιο εμφατικό τρόπο σε άλλους- την εορταστική ανεπάρκεια για δημιουργία αυθεντικών συναισθημάτων ευεξίας ή το εν τέλει πεπερασμένο χρονικό πλαίσιο της διασκεδαστικής ατμόσφαιρας. Το ερώτημα «και μετά τις γιορτές τι;» ταλανίζει κάποιους, μεγεθύνοντας τις αβεβαιότητες για όσα έπονται. Το μέλλον άδηλο, εφόσον ουδείς μπορεί να πει τι μέλλει γενέσθαι στο επίπεδο της υγείας, εάν θα περάσουμε σε κάποια μορφή καραντίνας ή πότε θα ξεμπερδέψουμε με τις μεταλλάξεις.
Οι ψυχολογικές μας άμυνες επομένως θα περάσουν από διαδοχικά limit up και limit down. Τα τηλεοπτικά προγράμματα και οι γιορτινοί τρόποι φυγής από την καθημερινότητα υπογράμμισαν την αυταπάτη της καλοπέρασης, καθώς περιόρισαν πρόσκαιρα τα εμπόδια σε ποικίλους τομείς. Μια μορφή δραπέτευσης από τα τετριμμένα ενδεχομένως να είναι η λογοτεχνική παραγωγή, που εστιάζει σε κειμενικές συνθέσεις με υψηλά αισθητικά κριτήρια προκαλώντας αναλογικούς συλλογισμούς. Το όφελος μιας τέτοιας επιλογής προκαλείται, καθώς οι μυθοπλαστικοί προβληματισμοί γίνονται αβρόχοις ποσί, εφόσον δεν απαιτούν ανάληψη περαιτέρω ευθυνών. Οι μόνες απαιτήσεις, που αυθόρμητα προκύπτουν, είναι να πάρουμε θέση απέναντι στις επιλογές εικονικών προσώπων, των μυθοπλαστικών χαρακτήρων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κατά κάποιο τρόπο να αναγκαζόμαστε ενδόμυχα να είμαστε ειλικρινείς στις αιτίες των προβλημάτων και τις λύσεις που επιλέγονται.
Ο αντίκτυπος που έχει η διατύπωση ερωτημάτων τα οποία αφορούν άλλους στον ψυχισμό μας για θέματα κρίσιμα αποβαίνει ζωτικός. Η αναγνώριση των αντιλήψεών μας και η διαλεκτική της σχέσης με ενεργούντα, έστω πλασματικά, πρόσωπα είναι ευεργετική. Αρχικά θα λέγαμε ότι κατευνάζουν τον ψυχικό πόνο στις περιπτώσεις που οι ήρωες παθαίνουν γεγονότα τα οποία είναι πολύ πιο δύσκολα από τα δικά μας. Κατ’ ουσίαν τότε βάζουμε τον εαυτό μας σε θέση ισχύος, καθώς η πραγματικότητα του αναγνώστη βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από αυτήν του ήρωα.
Έχουμε δει αστέγους να βρίσκονται στους δρόμους και να διαβάζουν βιβλία. Γιατί; Η απάντηση είναι διττή: αφενός ο εσωτερικός διάλογος που αναπτύσσεται αναπληρώνει το κενό, την ελλείπουσα σωματικότητα, ξορκίζοντας τη μοναξιά, αφετέρου η εντρύφηση στα λογοτεχνικά προβλήματα ή διλήμματα βαθαίνει τις εμπειρίες μαζί με τη συγκατάβαση και τις αντοχές μας. Εάν ωστόσο τα προβλήματα του ήρωα είναι ισοδύναμα με τα παροντικά μας προβλήματα, διευρύνεται η κατανόησή μας γι’ αυτά και πιθανόν να ανακαλύψουμε νέες διεξόδους στην εκτόνωσή τους. Τέλος, εάν τα προβλήματα των ηρώων είναι κατώτερα από τα δικά μας, τότε μιλάμε μάλλον για κάποια σάτιρα ή κωμωδία που προσπαθεί με τρόπο λοξό να μας συστήσει τα προβλήματα της καθημερινότητας από την ανάποδη.
Όπως κι αν έχει, ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα αποκτά δύναμη την οποία αντλεί από την κριτική μας ικανότητα, η οποία όταν εξασκείται χωρίς κομπορρημοσύνη ή φανατισμό μαζί με πειθαρχημένη φαντασία, χωρίς υπερβολές ή εμμονές, μπορεί να προσθέσει το δικό της λιθαράκι στη δημιουργία νέων «αντισωμάτων» στη μετάλλαξη των συνηθειών της καθημερινότητάς μας. Η νηφάλια δραστικότητα της προσωπικής μας τοποθέτησης απέναντι σε όσα μας δένουν με τους άλλους -και όχι η πολωτική αγκύλωση σε όσα μας διαχωρίζουν- μπορούν ως αντιστάθμισμα να επαυξήσουν τις αντιστάσεις μας για όσα μας περιζώνουν, προκειμένου να γίνει λίγο πιο υποφερτός ο χώρος, ο χρόνος και η απουσία του ετέρου, που ερήμην μάς μαστίζει.
*Φιλόλογος, συγγραφέας
