Μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση το 1973, η Ευρώπη άρχισε να στρέφεται στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Οι βόρειες χώρες έβαλαν το ποδήλατο και τα ΜΜΜ στη ζωή τους. Ως πεδινές χώρες είχαν λίγο ήλιο, αλλά σχετικά σταθερό και δυνατό αέρα. Ετσι, έβαλαν τις ανεμογεννήτριες στη ζωή τους με εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Η Ελλάδα αρχικά ακολούθησε άλλο δρόμο λόγω της ηλιοφάνειας. Εδωσε φοροαπαλλαγή τη δεκαετία του 1980 στην αγορά ηλιακού θερμοσίφωνα. Το αποτέλεσμα ήταν επίσης εντυπωσιακό. Μαζική διείσδυση ηλιακών θερμοσιφώνων με αποτέλεσμα η χώρα σήμερα να βρίσκεται στη 2η θέση στην Ευρώπη και στην 5η παγκοσμίως, με αναπτυγμένη εξαγωγική, εγχώρια βιομηχανία. Εγινε και γίνεται καθημερινά τεράστια εξοικονόμηση σε τεραβατώρες και τεράστια χρηματικά ποσά. Δυστυχώς αυτή η κατεύθυνση δεν συνεχίστηκε.
Μετά το 2010 εκδηλώθηκε τεράστιο ιδιωτικό ενδιαφέρον για τοποθέτηση ανεμογεννητριών των βορειοευρωπαϊκών χωρών στα βουνά και στα νησιά μας. Μεγάλες εγκαταστάσεις ανεμογεννητριών προεγκρίνονται από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας χωρίς περιβαλλοντικούς περιορισμούς, με ανεπαρκές χωροταξικό πλαίσιο, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη ΟΤΑ και τοπικών κοινωνιών, με ξεπερασμένες τεχνολογίες και με μόνο αρχικό κριτήριο τη δύναμη του αέρα. Ετσι, παράγονται χρηματιστηριακά αποτελέσματα και τεράστια κέρδη όπου εγκαθίστανται ανεμογεννήτριες. Παραβλέπεται ότι οι μεγάλες ανεμογεννήτριες αντιστρατεύονται και μειώνουν τα οφέλη που έχουν άλλοι παράγοντες της κλιματικής αλλαγής όπως η βιοποικιλότητα και η οικολογική αξία των περιοχών Natura. Για την επόμενη προγραμματική περίοδο 2021-2027, αντί να διασφαλίζεται η αρχή της ελάχιστης περιβαλλοντικής ζημίας, η κυβερνητική κατεύθυνση οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη διευκόλυνση στην αδειοδότηση των αιολικών πάρκων. Οι αντιστάσεις της κοινωνίας των πολιτών και πολλών ΟΤΑ για τις διαδικασίες έγκρισης τέτοιων σχεδίων και ο τρόπος εφαρμογής διογκώνονται.
Πώς μπορούν οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες να γίνουν σύμμαχοι στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής;
Ο μακροχρόνιος ενεργειακός προσανατολισμός της χώρας πρέπει να επανεξεταστεί.
Οι πολιτικές πρέπει να προωθούν πρωτίστως τις σταθερές ΑΠΕ για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (γεωθερμία, βιοκαύσιμα, υδρογόνο, υδατοπτώσεις, αντλησιοταμιεύσεις και άλλοι υβριδικοί συνδυασμοί) και δευτερευόντως τις ΑΠΕ που δεν παράγουν σταθερό ρεύμα (ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, κυματική ενέργεια κ.λπ.). Μάλιστα πρέπει να συνυπολογίζεται ότι τα φωτοβολταϊκά δίνουν πιο προβλέψιμα ενεργειακά αποτελέσματα από ό,τι οι ανεμογεννήτριες και γίνεται μεγαλύτερη εξοικονόμηση στις καύσεις ορυκτού αερίου ή πετρελαίου για σταθεροποίηση του ρεύματος.
Σίγουρα, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην εξοικονόμηση ενέργειας. Δηλαδή ΑΠΕ που χρησιμοποιούνται για θέρμανση, ψύξη, ζεστό νερό (οικιακή γεωθερμία, αντλίες θερμότητας, ηλιακοί θερμοσίφωνες κ.λπ.).
Η ελληνική εμπειρία της πολιτικής ενεργειακής εξοικονόμησης και γρήγορης διείσδυσης από τους «ηλιακούς θερμοσίφωνες» θα μπορούσε σήμερα να αξιοποιηθεί ως πολιτική κατεύθυνση για τη γρήγορη διείσδυση και άλλων μορφών ΑΠΕ, τόσο στην εξοικονόμηση ενέργειας, όσο και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ε.Ε., τα φωτοβολταϊκά στις στέγες μπορούν να καλύψουν το 32% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα (17.090 GWh ετησίως).
Επίσης, εκτιμάται ότι αν το 1/30 των νοικοκυριών που θερμαίνονται με ηλεκτρισμό, πετρέλαιο και φυσικό αέριο εφαρμόσει την οικιακή γεωθερμία, με αντλίες θερμότητας, για θέρμανση και ψύξη (κόστος περίπου 10.000 ευρώ ανά νοικοκυριό), δηλαδή 115.470 νοικοκυριά στην επικράτεια, η εξοικονόμηση θα είναι 577 MW. Αυτό μπορεί να γίνει με εκτεταμένη ενημέρωση και κίνητρα για απόσβεση σε 3 αντί σε 7 χρόνια.
Εφαρμογές μικρής κλίμακας δίνουν τη δυνατότητα στους ίδιους τους πολίτες να αξιοποιούν τις ΑΠΕ σε οικιστικό ή επαγγελματικό περιβάλλον με:
■ τεράστιες δυνατότητες για παραγωγή και εξοικονόμηση ενέργειας,
■ μεγάλη συνδρομή στη μείωση της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος,
■ σημαντική οικονομική ελάφρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών,
■ μείωση της ενεργειακής φτώχειας και
■ ενίσχυση της ανάπτυξης και άλλων βιομηχανιών παραγωγής ΑΠΕ μαζί με αυτή των ηλιακών θερμοσιφώνων.
Τέτοιες κατευθύνσεις, με επιδοτήσεις και κίνητρα, μπορούν να έχουν γρήγορη διείσδυση ανοίγοντας νέες δυνατότητες για την ενεργειακή αυτονομία ολόκληρων περιοχών και νησιών, με τεράστια πλεονεκτήματα αποκέντρωσης και χρήσης έξυπνων δικτύων. Παράλληλα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές τηλεθέρμανσης σε όλες τις πόλεις που διαθέτουν θερμοπηγές. Τέλος, πρέπει να αξιοποιηθούν οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις για offshore πλωτές ανεμογεννήτριες στα 20 ναυτικά μίλια από τις ακτές, μέσα στις συμφωνημένες ΑΟΖ της χώρας.
Σε μια τέτοια κατεύθυνση στο χρονοδιάγραμμα απεξάρτησης από ορυκτά καύσιμα θα μπει ευκολότερα η απαιτούμενη απεξάρτηση και από το ρυπογόνο ορυκτό αέριο αντί για τα τεράστια ποσά εγκαταστάσεων και δικτύων ορυκτού αερίου που μετά το 2030 θα τεθούν υπό αμφισβήτηση για την κλιματικά ουδέτερη Ελλάδα του 2050.
* προέδρος του Πράσινου Ινστιτούτου, ιδρυτικό μέλος των Οικολόγων ΠΡΑΣΙΝΩΝ
