Είναι ακόμη ένα επεισόδιο «τοπικής ιστορίας». Και όμως είναι ταυτόχρονα και ακόμη ένα γεγονός που θυμίζει την περίφημη φράση του Κούντερα: «Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη». Κι αυτός ο αγώνας έρχεται να μας συναντήσει στην περίπτωση αυτή με δύο περιστατικά. Συγκεκριμένα, με έγγραφο που εστάλη από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τον Δήμο Θεσσαλονίκης, «μετά από καταγγελίες πολιτών», ζητείται να ερευνηθούν οι συνθήκες τοποθέτησης της αναθηματικής στήλης που αφορά την «Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους μαχητές του ΕΛΑΣ», ανάμεσα στο (πρώην) Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης και τον Λευκό Πύργο, στη «Λεωφόρο 30ής Οκτωβρίου 1944».
Παράλληλα, με εξώδικό τους οι απόγονοι του στρ. Αθ. Χρυσοχόου στρέφονται για «διασπορά ψευδών ειδήσεων»(:) κατά της Ιφ. Καμτσίδου, αν. καθηγήτριας Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ και νομικής συμβούλου των μελών του ΣΦΕΑ 1967-1974 Τρ. Μηταφίδη, Αλ. Γρίμπα και Σπ. Σακέττα, που προέτρεψαν με ανοιχτή τους επιστολή τον Δήμο Θεσσαλονίκης να μετονομάσει την οδό Αθ. Χρυσοχόου σε Αλμπέρτου Ναρ, σεβόμενος την ιστορική μνήμη της «Θεσσαλονίκης-μαρτυρικής πόλης». Το ζήτημα όμως δεν είναι ούτε μόνο ο εκφοβισμός και η ποινικοποίηση των συμμετεχόντων σε αυτές τις κινήσεις ούτε μόνο καθαρά νομικό, παρ’ όλο που αναμφισβήτητα πρέπει να μας απασχολήσουν σοβαρά και τα δύο. Η βαθύτερη πολιτική και κοινωνική πλευρά του έχει να κάνει με την ανάδειξη της παραπεταμένης ιστορικής αλήθειας.
Οι κοινωνίες «θυμούνται», όπως και οι άνθρωποι, έστω και αν θυμούνται με διαφορετικό τρόπο. Η λειτουργία της μνήμης στον δημόσιο χώρο όμως, το τι αποκτά εμβληματικό χαρακτήρα όπως και τι αποκρύβεται, δεν είναι ποτέ ουδέτερη, αφού ο τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε και το τι θυμόμαστε αποτελεί ερμηνευτικό εργαλείο της συλλογικής ιστορίας και διαμεσολαβείται μέσα από πολιτισμικούς κώδικες που επιδρούν στη συλλογική μας ταυτότητα. Και όπως ο κοινωνιολόγος Maurice Halbawchs που εισήγαγε τον όρο «συλλογική μνήμη» στον Μεσοπόλεμο παρατήρησε, η μνήμη αυτή συντονίζεται με τις ανάγκες του παρόντος, όχι του παρελθόντος.
Τα συμβάντα με τα οποία συνδέονται συλλογικές ταυτότητες έχουν μια «πολιτική υπεραξία» η δυναμική της οποίας είναι δύσκολο να προσμετρηθεί. Στην πραγματικότητα το πλήθος των τελεστικών πράξεων (βλ. Connerton) μέσω των οποίων επικυρώνεται η «μνήμη», όπως η ονομασία μιας οδού (και μάλιστα με το όνομα ενός σημαντικού Εβραίου συγγραφέα, γόνου θυμάτων του Ολοκαυτώματος) ή μια αναθηματική στήλη, έχει να κάνει με τη δυναμική ισορροπία, με τον συσχετισμό δυνάμεων, μεταξύ των κυρίαρχων ιστορικών αφηγήσεων και των αποσιωπημένων.
Και κάθε αντίδραση στην αποσιώπηση που επέβαλλαν οι ισχυρές συλλογικότητες, που για τις μειονότητες στο εσωτερικό της βιώνονταν ως «το κενό στην ταυτότητα» (Κ. Μπάδα, Ευ. Ματσούκη, Προσεγγίσεις στην Υλική Μνήμη και στους Μνημονικούς Τόπους), κάθε όνομα, κάθε πλάκα, που στήνεται ενάντια στη λήθη, αποτελούν την πιο δίκαιη φωνή υπενθύμισης ύστερα από δεκαετίες σιωπής. Αλλά και υπενθυμίζουν την τραγική αποσιώπηση των ιδιαίτερων ταυτοτήτων ανθρώπων και συλλογικοτήτων που σημάδεψαν εποχές και τόπους.
Ετσι είναι «λογικό» να βιώνεται ως πρόκληση από τους απόντες και τους άσπονδους εχθρούς των κοινωνικών αγώνων. Από όσους, ακόμη κι αν ποτέ δεν ζήτησαν την έγκριση του «λαού», αυτοαναγορεύονται ιδιοκτήτες της χώρας και της «κυρίαρχης μνήμης». Κι αυτό μας αφορά βαθιά, και αλληλέγγυα, όλες και όλους, γιατί αυτοί που απεργάζονται την «υγειονομική ταφή ή τον σωφρονισμό της μνήμης» (Χάγκεν Φλάισερ), ώστε να απαλλαγεί, ιδιαίτερα, από τις «μη ορθές πολιτικά αναφορές» στη δεκαετία του ’40, στρώνουν τον δρόμο στον ιστορικό αναθεωρητισμό, στους νοσταλγούς της φαιάς πανούκλας.
ΥΓ. Ευχαριστώ τον Τρ. Μηταφίδη για τη συμβολή στο παρόν άρθρο.
