Είναι γνωστό ότι εδώ και χρόνια μεθοδεύεται συστηματικά μια άνευ προηγουμένου επίθεση και κατασυκοφάντηση των δημόσιων Πανεπιστημίων. Τα κονδύλια έχουν μειωθεί δραματικά, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ορισμένα εξ αυτών αδυνατούν να πληρώσουν ακόμη και τους λογαριασμούς των δικτύων κοινής ωφέλειας. Οι πανεπιστημιακοί κρούουν με κάθε τρόπο τον κώδωνα του κινδύνου για την de facto υποβάθμιση των σχολών τόσο των περιφερειακών όσο και των κεντρικών πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων. Οι ελλείψεις είναι τεράστιες με αποτέλεσμα οι κτιριακές εγκαταστάσεις και οι υποδομές των εργαστηρίων χρόνο με τον χρόνο να υπολειτουργούν και τελικά να οδηγούνται σε πλήρη απαξίωση.
Παράλληλα η μη ανανέωση του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, τεράστια προβλήματα στην εκπαιδευτική διαδικασία με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη υποβάθμιση των σπουδών, παρ’ όλες τις -πραγματικά- ηρωικές και με αυταπάρνηση προσπάθειες πολλών συναδέλφων πανεπιστημιακών δασκάλων να κρατήσουν ψηλά το επίπεδό τους κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Ομως το σύγχρονο Πανεπιστήμιο για να προχωρήσει και να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών χρειάζεται επειγόντως «νέο αίμα». Νέους διδάσκοντες με όρεξη και καινούργιες ιδέες που θα εμπλουτίσουν το σημερινό επίπεδο σπουδών, θα το εκσυγχρονίσουν και θα το ανεβάσουν ακόμη ψηλότερα.
Πώς αντιμετωπίζονται όμως αυτά τα φλέγοντα ζητήματα σήμερα; Ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Σε όλους τους τόνους το υπουργείο Παιδείας διακηρύσσει ότι η κρατική χρηματοδότηση -όπως το σχετικό άρθρο του Συντάγματος ορίζει- περικόπτεται ακόμη περισσότερο, ωθώντας -εμμέσως πλην σαφώς- τα Πανεπιστήμια να αναζητήσουν τα ίδια πόρους από την περιβόητη και θαυματουργή «ελεύθερη αγορά». Χορηγίες και δωρεές από ιδιώτες, δηλαδή, που θα συνδράμουν με το αζημίωτο στην οικονομική τους ενίσχυση. Παράλληλα το υπουργείο με κυνισμό εμφανίζεται και ως τιμητής, προχωρώντας στη δήθεν αξιολόγησή τους και κατ’ επέκταση στη χρηματοδότησή τους, γνωρίζοντας ότι πολλές από τις παθογένειες της ανώτατης (και όχι μόνο) εκπαίδευσης οφείλονται αποκλειστικά στις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας του! Είναι προφανές ότι δεν χρειάζονται πλέον ένα Πανεπιστήμιο όπως αυτό που γνωρίζαμε, αλλά ένα επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο με απόφοιτους χωρίς κριτική και δημιουργική σκέψη, απλώς επαρκώς καταρτισμένους ώστε να αποτελέσουν φτηνό επιστημονικό προσωπικό.
Η έρευνα ως γνωστόν αποτελεί εγγενή ιδρυτική συνθήκη της ακαδημαϊκής διδασκαλίας. Δίχως έρευνα το Πανεπιστήμιο θα ήταν ένα ευνουχισμένο Πανεπιστήμιο. Επιστημονική έρευνα σημαίνει νέα γνώση η οποία ανατροφοδοτεί τα προγράμματα σπουδών των σχολών και οδηγεί στην καινοτομία, ενώ την ίδια στιγμή ενισχύει τους δεσμούς των δημόσιων Πανεπιστημίων με την κοινωνία και τις ανάγκες της. Αλλά με τι όρους και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Γιατί η επιστημονική έρευνα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Τον «Δούρειο Ιππο» μάλιστα της έμμεσης και υποδόριας μετάλλαξης του δημόσιου χαρακτήρα τους αποτελούν κυρίως τα νομοθετήματα που αφορούν τα ερευνητικά προγράμματα. Η θεσμοθέτηση των προγραμμάτων εφαρμοσμένης έρευνας και παροχής υπηρεσιών από την άλλη έχει ανοίξει την κερκόπορτα της εκ των έσω άλωσης και ιδιωτικοποίησης της πανεπιστημιακής έρευνας και όχι μόνο.
Δεν μπορεί, για παράδειγμα, μια αμιγώς αρχιτεκτονική ή πολεοδομική μελέτη να βαφτίζεται ερευνητικό πρόγραμμα και να την αναλαμβάνουν μέλη ΔΕΠ, όταν αυτές θα όφειλαν να αποτελούν αντικείμενο των συναδέλφων αρχιτεκτόνων μελετητών. Δεν μπορεί, δηλαδή, το Πολυτεχνείο να εμφανίζεται ως ανταγωνιστής απέναντι στους ελεύθερους επαγγελματίες μηχανικούς. Ενα γεγονός που δικαίως έχει δημιουργήσει στο παρελθόν τριβές με τους επαγγελματικούς συλλόγους των αρχιτεκτόνων μηχανικών.
Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ιδιαίτερα προσεκτικοί απέναντι σε τέτοια φαινόμενα, ώστε αφενός να προάγουμε την επιστημονική έρευνα στο γνωστικό μας αντικείμενο και αφετέρου να προασπίζουμε το αναφαίρετο δικαίωμα των συναδέλφων μελετητών να διεκδικήσουν τη δυνατότητα εκπόνησης μελετών του Δημοσίου είτε μέσω της διενέργειας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, είτε μέσω ανάθεσης όπως το νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει.
Η σχέση του δημόσιου Πανεπιστημίου με την κοινωνία είναι μια σχέση δυναμική και θέλει μεγάλη προσοχή, ώστε ούτε να το οδηγήσει σε μια εσωστρέφεια, ούτε να εξαρτάται η έρευνα αποκλειστικά από τις επιταγές της αγοράς. Οι σχέσεις εξάρτησης τόσο με δημόσιους φορείς (υπουργεία, ΟΤΑ κ.λπ.) όσο κυρίως με ιδιωτικές εταιρείες και ιδρύματα αρκετές φορές ακυρώνουν την πραγματική ελευθερία των πανεπιστημιακών, ενώ ερευνητικά αποτελέσματα εξαρτώνται συχνά από τις επιθυμίες και τις επιταγές αυτών που τα χρηματοδοτούν. Το τελευταίο διάστημα μάλιστα παρατηρούμε ερευνητικά προγράμματα να αναφέρονται σε δημόσιους χώρους της πόλης, όπως η γνωστή πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου που τόσο απασχόλησε την κοινή γνώμη και ταλαιπωρεί καθημερινά τους Αθηναίους.
Εργα δημόσιου χαρακτήρα οφείλουν να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με τους κατοίκους της πόλης και διεξοδικών διεπιστημονικών μελετών, ώστε να αναδείξουν τα οφέλη και τις επιπτώσεις τους στον κοινωνικό ιστό. Κανένα ερευνητικό πρόγραμμα συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου αλάνθαστο και υπεράνω κριτικής κι ας προέρχεται από σημαντικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και αξιόλογες ερευνητικές ομάδες. Κάθε δημόσιο έργο στον αστικό ιστό αφορά άμεσα την καθημερινότητα και τη ζωή των κατοίκων του. Γι’ αυτούς και μ’ αυτούς πρέπει να σχεδιάζουμε!
Το Πανεπιστήμιο, το Πολυτεχνείο, κάθε Ανώτατο Ακαδημαϊκό Ιδρυμα δεν λογοδοτεί στην εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά στον ελληνικό λαό. Αυτός είναι ο εργοδότης τους, αυτός και ο αποδέκτης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου τους. Ας προασπίσουμε όλοι μαζί και καθένας χωριστά τον δημόσιο χαρακτήρα της Παιδείας στη χώρα μας που υπονομεύεται και αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της δημοκρατίας.
* αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
