ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ειδικός συνεργάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο πλαίσιο ενός «περίεργου» διαλόγου που πραγματοποιείται κατά την τρέχουσα περίοδο στην ελληνική αγορά, επιδιώκεται η καταστρατήγηση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που διέπουν το Ιδιωτικό Δίκαιο και γενικότερα το Ελληνικό Δίκαιο (π.χ. Εργατικό, Φορολογικό, Αστικό), αναφορικά με την ορθή, την έγκυρη και έγκαιρη μεθοδολογία υπολογισμού και λογιστικοποίησης των υποχρεώσεων των εργοδοτών προς τους εργαζόμενους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2112/1920 (όπως αυτός ισχύει σήμερα, έστω και κουτσουρεμένος, και αφορά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης των εργαζομένων κατά την αποχώρησή τους). Το ποσό του κόστους των αντίστοιχων υποχρεώσεων των εργοδοτών προς τους εργαζομένους θα πρέπει να αποτιμάται αναλογιστικά και να καταχωρίζεται, κάθε χρόνο, στο παθητικό των οικονομικών καταστάσεων (λογιστικά βιβλία) των εργοδοτών, αρχής γενομένης από την πρόσληψη του κάθε εργαζόμενου.

Η διαδικασία αυτή είναι υποχρεωτική τόσο για τις εταιρείες που είναι ενταγμένες στο χρηματιστήριο όσο και για αυτές που κλείνουν ισολογισμό σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα – IFRS/IAS ή τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα – ΕΛΠ. Σημειώνεται ότι εταιρείες (όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ΔΕΚΟ, οργανισμοί, κ.λπ.), μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή κανονισμών λειτουργίας, καταβάλλουν την εφάπαξ αποζημίωση του Ν.2112/1920 ακόμα και στην οικειοθελή αποχώρηση. Επιπρόσθετα, αποτελεί «επιχειρηματική συνήθεια» η καταβολή της αποζημίωσης κατά την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζόμενου με 15 έτη υπηρεσίας από πολλές εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, λαμβάνοντας υπόψη και την πρόσφατη εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, Ε 2212/17-11-2021, περί φορολογίας των εφάπαξ αποζημιώσεων.

Παρά ταύτα, ο συγκεκριμένος διάλογος επικεντρώνεται στη μη ορθή ερμηνεία και τον εντοπισμό κάποιου «κενού / ασαφούς διατύπωσης» της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν.2112/1920), προκειμένου οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των εργοδοτών προς τους εργαζόμενους να εμφανίζονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων (λογιστικά βιβλία) μόνο κατά τα τελευταία 16 έτη υπηρεσίας του εργαζόμενου πριν από τη συνταξιοδότησή του και όχι από την ημερομηνία πρόσληψής του, με το επιχείρημα ότι σε καμία άλλη περίπτωση αποχώρησης του εργαζομένου δεν καταβάλλεται η σχετική αποζημίωση.

Αυτό σημαίνει ότι από την ημερομηνία της πρόσληψης και μέχρι την έναρξη της περιόδου των 16 ετών πριν από την αποχώρηση του εργαζόμενου για συνταξιοδότηση, θα γίνεται «απόκρυψη» των υποχρεώσεων προς τους εργαζόμενους, σε πείσμα των αρχών της πλήρους διαφάνειας, της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και της ελληνικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου θα «απελευθερωθούν» αποθεματικά τα οποία μέχρι σήμερα προορίζονταν για την κάλυψη των υποχρεώσεων προς τους υπαλλήλους και θα χρησιμοποιηθούν κατά το «δοκούν» της κάθε επιχείρησης (π.χ. για διανομή κερδών, κ.λπ.). Θα δημιουργηθούν, δηλαδή, προϋποθέσεις εμφάνισης αθέμιτης κερδοφορίας και συνακόλουθα «αδικαιολόγητου πλουτισμού».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ως βάση/φερετζές του «περίεργου» αυτού διαλόγου χρησιμοποιείται μία «άποψη» της Επιτροπής Διερμηνειών των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς-IFRS, σε «κάποιο» ερώτημα που της απεστάλη από Ελληνες ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές, μέσω του οποίου εζητείτο η αντίστοιχη λογιστική αξιοποίηση της ανωτέρω νομοθετικής ασαφούς διατύπωσης. Σημειώνεται ότι η επιδιωκόμενη μεθοδολογία εκμετάλλευσης της σχετικής, κατά την άποψη των ορκωτών λογιστών, ασαφούς διατύπωσης του Ν.2112/1920 δεν είναι αποδεκτή τόσο από τους συναφείς χώρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων όσο και από τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και από τις αντίστοιχες εποπτικές τους αρχές (π.χ. ΔΕΙΑ – Τράπεζα της Ελλάδος, Εθνική Αναλογιστική Αρχή). Το ίδιο, η επιδίωξη αυτή δεν είναι αποδεκτή από την πλειονότητα των επιστημονικών και εποπτικών αρχών προηγμένων χωρών, όπως ΗΠΑ και Γερμανίας.

Συμπερασματικά, στις συνθήκες αυτές, η σοβαρότητα τόσο της καταστρατήγησης της ορθής μεθοδολογίας του υπολογισμού και της λογιστικοποίησης των υποχρεώσεων των εργοδοτών προς τους εργαζόμενους όσο και οι αρνητικές παρενέργειες στους εργαζόμενους, με την αθέμιτη και παράνομη ιδιοποίηση περιουσιακών τους στοιχείων από τους εργοδότες, επιβάλλουν την άμεση παρέμβαση του αρμόδιου υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με σαφή διευκρινιστική διατύπωση στην κατεύθυνση του πνεύματος και του γράμματος του νομοθέτη. Κι αυτό προκειμένου να αποσαφηνιστεί με τον πιο εύληπτο τρόπο από τη διοίκηση ότι οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των εργοδοτών προς τους εργαζόμενους θα υπολογίζονται και θα παρουσιάζονται στα λογιστικά βιβλία από την πρώτη ημέρα πρόσληψης του εργαζόμενου και όχι κατά τα τελευταία 16 έτη πριν από τη συνταξιοδότησή του.