ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Κώνστας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική μας που αφορούν κυρίως τη γεωγραφική της εμβέλεια. Κορυφαία δείγματα αυτής της νέας στρατηγικής αντιπροσωπεύουν η σύσφιγξη των σχέσεων με το Ισραήλ, η άσκηση διμερούς και πολυμερούς διπλωματίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Αραβο-περσικού Κόλπου, η σύναψη συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία, περιφερειακή υπερδύναμη στη Μεσόγειο και σε περιοχές της Αφρικής, τέλος, η καθυστερημένη εμπλοκή μας στη Λιβύη με αποκορύφωμα τη συμμετοχή στην τελευταία περιφερειακή διάσκεψη γι’ αυτήν τη χώρα.

Η ελληνική διπλωματική παρουσία στην Υποσαχάρια Αφρική -στην οποία υπάρχουν μόλις έξι ελληνικές πρεσβείες- έγινε αισθητή στις αρχές Νοεμβρίου με την πρόσφατη επίσκεψη του Ελληνα ΥΠΕΞ στη Ρουάντα και την προετοιμασία μελλοντικών επισκέψεων στην Ανγκόλα, την Γκάμπια και τη Σενεγάλη.

Κύριο ερέθισμα για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής είναι ασφαλώς η αποτροπή της τουρκικής απειλής που πρόσφατα έδωσε δείγματα γραφής στη Συρία, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και στη Λιβύη. Ιδιαίτερα η τουρκική στρατιωτική παρουσία και το τουρκολιβυκό σύμφωνο για την υφαλοκρηπίδα έδειξαν να αιφνιδιάζουν το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Δεν θα έπρεπε όμως. Οι κινήσεις αυτές της Αγκυρας είναι καρποί μιας προσεκτικής, καλά σχεδιασμένης πολιτικής που οι ηγεσίες του ελληνικού ΥΠΕΞ αγνόησαν ή υποβάθμισαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Τουρκία διέθετε 12 πρεσβείες στην Αφρική ενώ σήμερα έχει 43 και ο όγκος των τουρκικών άμεσων επενδύσεων στην Αφρική εκτοξεύτηκε από τα 100 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2003 στα 6,5 δισεκατομμύρια το 2021.

Παράλληλα, η Αγκυρα παρέχει στρατιωτική εκπαίδευση και προωθεί τα προϊόντα της στρατιωτικής βιομηχανίας της και, ιδιαίτερα στις χώρες του Σαχέλ, προβάλλει το Ισλάμ ως στοιχείο κοινής ταυτότητας με τους λαούς της περιοχής. Είναι έκδηλη αυτή η πολιτική αντιπαράθεσης της ισλαμικής Αγκυρας με την «αποικιοκρατική» Γαλλία. Παρά το γεγονός ότι το ελληνο-γαλλικό Σύμφωνο Αμοιβαίας Αμυντικής Συνδρομής περιορίζει την παροχή της στην «επικράτεια» των δύο κρατών, η έμμεση έστω εμπλοκή της χώρας μας στις υποθέσεις του Σαχέλ θα είναι στο μέλλον μεγαλύτερη από ποτέ.

H ικανότητα «διεθνοποίησης» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απορρέει από την αίσθηση φόβου και απειλής που δημιουργεί η τουρκική επιθετικότητα σε χώρες και περιοχές που δεν είχαν μέχρι τώρα άμεση εμπλοκή στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Κυρίως όμως είναι συνάρτηση της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που αναβαθμίζει την «ήπια ισχύ» της.

Είναι συνεπώς άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμβέλεια και αποτελεσματικότητα της διεθνούς πολιτικής της ίδιας της Ε.Ε. Στην εποχή της πανδημίας η πολιτική αυτή έχει στιγματιστεί από τα κλειστά σύνορα και τις μαζικές επιστροφές μεταναστών και προσφύγων, αλλά και την αποτυχία διαχείρισης των προβλημάτων των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για την περιοχή που βλέπει να εξανεμίζονται οι ελπίδες της να γίνουν τα κράτη της μέλη της Ενωσης: η αποτυχία των πολιτικών που εφαρμόστηκαν στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου οι Σέρβοι θέτουν και πάλι σήμερα ζήτημα απόσχισης και μελλοντικής ένταξής τους στη Σερβία, η απομάκρυνση της προοπτικής ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στην Ενωση -ζήτημα που συνεχίζει να προκαλεί αμηχανία στην ελληνική κυβέρνηση-, η αλβανική υποψηφιότητα που βρίσκεται σε κάποιο αρχείο των Βρυξελλών και, τέλος, το ζήτημα Κοσόβου-Σερβίας και της μελλοντικής τους σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Κεντρικό όμως πρόβλημα για την προβολή από την Ελλάδα «ευρωπαϊκής ήπιας ισχύος» είναι η αβεβαιότητα για την πολιτική άμυνας και ασφάλειας της ίδιας της Ενωσης. Ποιος θα περίμενε ότι το πρόβλημα της εισόδου προσφύγων από τη Λευκορωσία στην Πολωνία θα λυνόταν όχι με θεσμικές αποφάσεις και κινήσεις της Ε.Ε. αλλά με τηλεφωνήματα της κ. Μέρκελ στον Λουκασένκο; Ή ότι μετά το πλήθος αποφάσεων καταδίκης της τουρκικής επιθετικότητας θα εμφανιζόταν στην Αγκυρα ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Ισπανίας ως πρόωρος Αγιος Βασίλης, με το σακούλι του γεμάτο αεροπλανοφόρα και υποβρύχια;

H επικείμενη γαλλική προεδρία και οι πρωτοβουλίες που έχει ανακοινώσει για την επανενεργοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών άμυνας και ασφάλειας δίνουν μια νότα αισιοδοξίας. Βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει πλέον το άλλοθι των αντιρρήσεων της Ουάσινγκτον. Ο Μπάιντεν έχει ταχθεί, χωρίς επιφυλάξεις, υπέρ των ευρωπαϊκών μηχανισμών ασφάλειας, ως συμπληρωματικών εκείνων του ΝΑΤΟ. Μάλιστα η αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα προτείνει να χρησιμοποιηθεί για την ευρωπαϊκή άμυνα η φόρμουλα του Ταμείου Επόμενης Γενιάς, που επέτρεψε να χρηματοδοτηθούν τα μέτρα κατά της πανδημίας όχι από τους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών αλλά από εξωτερικό δανεισμό της ίδιας της Ε.Ε. (Europe Needs to Step Up on Defense, Foreign Affairs, 18.11.2021)! Αμυντικές δαπάνες χωρίς την έγκριση των εθνικών κοινοβουλίων; Την εποχή της πανδημίας φαίνεται πως όλα είναι συζητήσιμα!

*Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ, Καναδάς