Πρέπει να γίνει πια κατανοητό: τα περί ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς κατά τη Μεταπολίτευση, που έχουν γίνει αντικείμενο πολιτικής διαμάχης, σήμερα ακούγονται ως το πιο σύντομο ανέκδοτο. Τα τελευταία σαράντα χρόνια αποτέλεσαν για τη Δύση, όχι μόνο για την Ελλάδα, μια διαδικασία σταδιακής συντηρητικοποίησης που επιταχύνθηκε την τελευταία δεκαετία και έχει οδηγήσει πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, για μια ακόμη φορά, στα πρόθυρα του φασισμού.
Κάπως έτσι, ο Πάπας στην Ελλάδα με τις λέξεις και φράσεις που εκστόμισε, όπως «αλληλεγγύη», «υποχώρηση της Δημοκρατίας», «φροντίδα των αδυνάτων», «αποξένωση του πολίτη από τους πολιτικούς θεσμούς», «η πολιτική πρέπει να θέτει τις κοινές ανάγκες πάνω από τα ιδιωτικά συμφέροντα», «κοινωνική δικαιοσύνη», «εκτεταμένη φτώχεια που θα πρέπει όλοι με κοινό όραμα να αντιμετωπίσουμε», λέξεις και φράσεις αυτονόητες άλλοτε, ο Πάπας λοιπόν σήμερα φαντάζει με αυτόν τον λόγο σαν αρχηγός μιας αριστερής ομαδούλας. Σε τέτοιο κλίμα ζούμε. Ας αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα.
Στη Γαλλία η Λεπέν και ο ακόμα πιο ακροδεξιός Ζεμούρ έχουν αθροιστικά στις δημοσκοπήσεις 35%. Οι δε Ρεπουμπλικανοί εξέλεξαν χθες μια πολύ δεξιά επικεφαλής, που επικράτησε ενός άλλου υπερδεξιού υποψήφιου που ελάχιστα διέφερε από Λεπέν και Ζεμούρ. Αλλο ένα 10-15% δηλαδή, υπέρ ενός λόγου που προσπαθεί να διαφοροποιηθεί, χωρίς όμως να απομακρυνθεί πολύ, από τον λόγο των δύο προηγούμενων.
Ολα αυτά συμβαίνουν για δύο κυρίως λόγους: ο ένας είναι η διαρκής οικονομική κρίση από το 2008 και μετά η, αν όχι κρίση για όλους, οπωσδήποτε αβεβαιότητα. Με ένα πρωτοφανές παγκόσμιο χρέος να επικρέμαται πάνω από τα κεφάλια όλων και μια ελευθερία κινήσεων των πολύ μεγάλων εταιρειών που προκαλεί δέος, η αβεβαιότητα δεν μπορεί να είναι παρά η φυσιολογική καθημερινή συνθήκη.
Ο άλλος λόγος είναι ακριβώς αυτός για τον οποίο βρέθηκε ο Πάπας Φραγκίσκος στην Ελλάδα: το μεταναστευτικό και προσφυγικό. Ηρθε με φυσική παρουσία για να θυμίσει ότι και αυτοί είναι άνθρωποι, σε μια Ευρώπη που μοιάζει να θέλει να το ξεχάσει. Ο κοινός παρονομαστής, βέβαια, οικονομικής αβεβαιότητας και προσφυγικού είναι ένας: ο φόβος.
Ο διπλός φόβος μιας μεγάλης πλειοψηφίας ανθρώπων για το αν αύριο θα έχουν ένα πιάτο φαΐ να φάνε και για εκείνους που έρχονται να διεκδικήσουν -υποτίθεται- ένα κομμάτι από το ψωμί τους και από τη διαλυμένη τους ταυτότητα, δηλαδή τη διαλυμένη τους περηφάνια. Και όπως ξέρουμε όλοι, ο φόβος είναι κακός σύμβουλος. Και η ύπαρξή του βολεύει τους πιο ισχυρούς. Γι’ αυτό και ο κυνικός εν τέλει όρος «εργαλειοποίηση», που χρησιμοποιείται για να αντικαταστήσει την ανθρωπιά, δεν ταιριάζει τόσο στον Ερντογάν και τον Λουκασένκο όσο στην ισχυρή Δύση. Εκείνη είναι που εργαλειοποιεί με τη συμπεριφορά της το προσφυγικό, γιατί έτσι εργαλειοποιεί τον φόβο. Τον φόβο των πολλών, που καθησυχάζει τους -άλλης τάξης- φόβους των λίγων.
