Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κύριο διακύβευμα του δημοψηφίσματος δεν είναι ποια από τις δύο προτάσεις, της κυβέρνησης ή των θεσμών, είναι καλύτερη για τον ελληνικό λαό, αλλά αν ένας λαός ενταγμένος στις ευρωπαϊκές δομές, δηλαδή στην Ευρώπη της δημοκρατίας και του πολιτισμού, όπως αυτοαποκαλείται, έχει δικαίωμα στη δημοκρατία. Διότι τα οικονομικά προβλήματα ίσως κάποια μέρα στο αόριστο μέλλον ξεπεραστούν, όμως το έλλειμμα της δημοκρατίας συνεχώς θα διογκώνεται, όπως απέδειξε η βραχύχρονη ιστορία των δημοψηφισμάτων στην Ε.Ε., με αφετηρία τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Μάλιστα, όσα γεγονότα ακολούθησαν την υπερψήφιση της διενέργειας του δημοψηφίσματος από το ελληνικό Κοινοβούλιο με την αναστάτωση στις παγκόσμιες αγορές και στα χρηματιστήρια, αλλά και τις τιμωρητικές αποφάσεις του Eurogroup και της ΕΚΤ, με την απόρριψη της ολιγοήμερης παράτασης του προγράμματος και της παροχής ρευστότητας στις τράπεζες, αποκάλυψαν τον φόβο και τον τρόμο του ευρωπαϊκού και του διεθνούς κεφαλαίου στην άσκηση αυτονόητων δημοκρατικών δικαιωμάτων από έναν λαό με πολύ μικρό οικονομικό μέγεθος στην Ευρώπη και απειροελάχιστο παγκόσμια.

Ο Ντάνι Ρόντρικ, στο βιβλίο του «Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης», υποστηρίζει ότι η δυναμική της παγκοσμιοποίησης ορίζεται από τρία κεντρικά στοιχεία: τις ελεύθερες αγορές, την εθνική κυριαρχία και τη δημοκρατική νομιμοποίηση, τα οποία, στην καλύτερη περίπτωση, είναι συμβατά μεταξύ τους μόνο κατά ζεύγη και είναι αδύνατο να συνυπάρξουν όλα μαζί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, μιλώντας τον περασμένο Απρίλιο στην Ουάσινγκτον σε συνέδριο στο Ινστιτούτο Brookings, είπε απροκάλυπτα αναδεικνύοντας τον ασύμβατο χαρακτήρα της συνύπαρξης της δημοκρατίας με τις ελεύθερες αγορές, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων στη Γαλλία: «Η Γαλλία θα ήταν ικανοποιημένη εάν κάποιος ανάγκαζε το Κοινοβούλιό της να ψηφίσει μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Είναι δύσκολο όμως γιατί υπάρχει δημοκρατία». Ηδη, στο πλαίσιο της ίδιας λογικής παραβιάζουν τη δημοκρατία στη χώρα μας και την εθνική της κυριαρχία οι ηγέτες των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών και οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών (Ολάντ. Μέρκελ, Γιουνκέρ, Σουλτς κ.ά.), παραφράζοντας το ερώτημα του επικείμενου δημοψηφίσματος και μεταθέτοντας το δίλημμα στην παραμονή ή στην έξοδο της χώρας από τις ευρωπαϊκές δομές, θέτοντας εκβιαστικά διλήμματα στο εκλογικό σώμα.

Βέβαια, στην Ελλάδα γνωρίζουμε πολύ καλά τις συνέπειες ενός δημοψηφίσματος στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δομών, χωρίς να έχει διενεργηθεί κανένα δημοψήφισμα μέχρι σήμερα. Αρκούσε η γνωστοποίηση της πρόθεσης του Γιώργου Παπανδρέου στις Κάνες να προχωρήσει στη διενέργεια δημοψηφίσματος για να λοιδορηθεί από τη Μέρκελ και τον Σαρκοζί, για να αποκαθηλωθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που διέθετε μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και το ΠΑΣΟΚ να συρρικνωθεί στον έσχατο βαθμό σε σημείο απειλής εξαφάνισής του, για να μεταλλαχθεί ο Αντώνης Σαμαράς από αντιμνημονιακός σε μνημονιακό μπροστά στο δέλεαρ της εξουσίας, για να ακολουθήσει η κυβέρνηση Παπαδήμου που ενέταξε το χρέος στο αγγλικό δίκαιο κ.ο.κ.

Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι, αν ο Γ. Παπανδρέου κατόρθωνε να μετουσιώσει σε πράξη την πρόθεσή του, οι εξελίξεις θα ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. Αυτό σημαίνει ότι με κανένα τρόπο και για κανένα λόγο δεν θα πρέπει η κυβέρνηση να υποχωρήσει ακυρώνοντας τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.

Ομως πού οφείλεται αυτή η ολομέτωπη επίθεση που δέχεται η χώρα μας για την άσκηση ενός αυτονόητου συνταγματικού δικαιώματος του ελληνικού λαού; Στοχεύει αποκλειστικά την Ελλάδα; Ασφαλώς όχι. Πρόκειται για πάγια τακτική του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου, όπως καταγράφηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εντεύθεν. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 12 -τότε- κράτη μέλη της Ε.Ε., μόνον στους Γάλλους, στους Δανούς και στους Ιρλανδούς δόθηκε η δυνατότητα να αμφισβητήσουν με δημοψήφισμα τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και να απορρίψουν ή να επικυρώσουν την πορεία της χώρας τους προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με τους όρους της. Στη Γαλλία η Συνθήκη έγινε αποδεκτή με 51% έναντι 49%, ενώ οι Δανοί την απέρριψαν.

Ομως το δημοψήφισμα επαναλήφθηκε σε 11 μήνες, με τυπικές εκπτώσεις στο περιεχόμενο της συνθήκης, και εγκρίθηκε. Αλλά και στην περίπτωση της απόρριψης του Ευρωσυντάγματος από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς με ηχηρά ποσοστά στα δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν, αυτά ούτε καν επαναλήφθηκαν αφού δεν ήταν ορατή η υπερψήφισή τους, αλλά η επικύρωσή τους εξασφαλίστηκε από τα κοινοβούλια των δύο χωρών αναδεικνύοντας έτσι τη διάσταση μεταξύ του εκλογικού σώματος και των εκπροσώπων του. Τελευταίο είναι το παράδειγμα της Ιρλανδίας όπου η έγκριση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισαβόνας εγκρίθηκε στο επαναληπτικό δημοψήφισμα. Εχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι από τις Βρυξέλλες είναι αποδεκτά μόνον τα δημοψηφίσματα με την επιθυμητή ετυμηγορία του εκλογικού σώματος.

Τα άλλα, που απορρίπτουν τα σχέδιά τους, αντιμετωπίζονται κατά περίπτωση. Επαναλαμβάνονται μέχρις ότου «ωριμάσει» το εκλογικό σώμα με εκφοβισμούς και εκβιασμούς για το μέλλον της χώρας ή, αν αυτό δεν προεξοφλεί τη θετική έκβαση του δημοψηφίσματος, παραπέμπονται στα κοινοβούλια των κρατών-μελών αποδεικνύοντας ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση οι αποφάσεις είναι προειλημμένες και οι δημοκρατικές διαδικασίες έχουν προσχηματικό χαρακτήρα και είναι σεβαστές μόνον και εφόσον δεν «ενοχλούν».

* πολιτικός μηχανικός