Αν κρίνει κανείς από τα -μέτρια- αποτελέσματα της Συνόδου της Γλασκόβης για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, οι μεγάλοι και ισχυροί του πλανήτη δεν έχουν πεισθεί για τον επείγοντα χαρακτήρα της κλιματικής κρίσης, παρά τις προειδοποιήσεις των κλιματολόγων, τις διαμαρτυρίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων και -το σημαντικότερο- τις ορατές επιπτώσεις που ήδη αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, με τη μορφή καταστροφικών φυσικών φαινομένων -και όχι μόνο. Ισως οι ηγέτες μας γνωρίζουν κάτι που εμείς οι κοινοί θνητοί αγνοούμε. Ισως έχουν (μυστικά) δεδομένα ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια μεγάλη απάτη ή ότι, τέλος πάντων, δεν είναι σοβαρό πρόβλημα, όπως εξάλλου υποστηρίζουν οι αρνητές της.
Το πιθανότερο, βέβαια, είναι ότι κανείς -ιδίως ο βιομηχανοποιημένος κόσμος που δεν περιορίζεται στη «Δύση», αφού σε αυτόν την πρώτη θέση κατέχει πλέον η Κίνα- δεν έχει διάθεση να βάλει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα σε δεύτερη μοίρα, προτάσσοντας το κλίμα και το περιβάλλον. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή, με μια διαφορά: η σχετική συζήτηση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας κοσμοϊστορικής ενεργειακής και βιομηχανικής αλλαγής παραδείγματος, τουλάχιστον ίσης βαρύτητας με την πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση. H μετάβαση από την εποχή των ορυκτών καυσίμων στην εποχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και του υδρογόνου συμπίπτει με την ψηφιοποίηση του πλανήτη και την Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση.
Το ευρυζωνικό διαδίκτυο, οι δορυφόροι και τα ηλεκτροκίνητα οχήματα θα είναι για τον 21ο αιώνα ό,τι ήταν τα ατμόπλοια, ο σιδηρόδρομος και ο τηλέγραφος για τον 19ο. Κι εδώ εντοπίζεται μια υποκρισία των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων της υφηλίου: η «πράσινη» μετάβαση χαιρετίζεται ως το αντίδοτο στην κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, πολύ σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις είναι ο αδυσώπητος ανταγωνισμός για το ποια χώρα ή συνασπισμός θα κρατά τα πρωτεία στη νέα ενεργειακή και (μετα)βιομηχανική εποχή που ανατέλλει και η απεξάρτηση των εισαγωγέων υδρογονανθράκων (όπως η Ε.Ε.) από τους εξαγωγείς (όπως η Ρωσία) που μάλιστα, αρκετά συχνά, είναι γεωπολιτικοί ανταγωνιστές ή αντίπαλοι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ως εδώ καλά, θα έλεγε κανείς. Στο κάτω κάτω, λίγο ενδιαφέρουν τα αληθινά κίνητρα των παγκόσμιων οικονομικών γιγάντων για να στραφούν στην «πράσινη» οικονομία, εφόσον το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο: η μείωση και, τελικά, η κατάργηση της εξάρτησης από τον άνθρακα. Τα προβλήματα αρχίζουν, όταν η στόχευση της πρωτοκαθεδρίας στο νέο ενεργειακό και βιομηχανικό μοντέλο δεν συμβαδίζει με το επίπεδο τεχνολογικής εξέλιξης, ούτε -πολύ περισσότερο- με την προθυμία να μπει το χέρι βαθιά στην τσέπη.
Εν προκειμένω, οι νέες τεχνολογίες που χρειάζεται να ωριμάσουν συμβαδίζουν με τεράστιες αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής, αποθήκευσης και μεταφοράς ενέργειας, αλλά και αναβάθμιση των σχετικών υποδομών. Για οικονομίες μεγεθών όπως της Ε.Ε., αυτό μεταφράζεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε επενδύσεις που, παρά τη σχετική νεοφιλελεύθερη μυθολογία, δεν πρόκειται να προέλθουν από τον ιδιωτικό τομέα. Ειδικά στην Ευρώπη, το μέγεθος του εγχειρήματος είναι τέτοιο, ώστε καμία χώρα μόνη της δεν μπορεί να αντεπεξέλθει ικανοποιητικά και έγκαιρα -και αυτό δεν αφορά μόνο στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., αφού τα διευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα καλύπτουν και χώρες όπως η Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο, μελλοντικά ενδεχομένως και η Ισλανδία με το πλούσιο γεωθερμικό δυναμικό. Τελικά, το κάπως πεζό αλλά αναπόδραστο ερώτημα είναι: ποιος θα πληρώσει για όλα αυτά;
Ατυχώς, κατά τα φαινόμενα, η απάντηση που δίνουν οι Ευρωπαίοι είναι «κάποιος άλλος». Η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η απότομη εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου, από το οποίο θα συνεχίσει να εξαρτάται ενεργειακά η Ευρώπη στο ορατό μέλλον (πράγμα που καθιστά τον ορισμό του ως «μεταβατικού καυσίμου» αρκετά προβληματικό) δεν θα είναι και τόσο «πρόσκαιρη», ενώ ανέδειξε ακόμα ένα πεδίο διαίρεσης και αντιπαράθεσης μεταξύ των κρατών – μελών της Ε.Ε. Χοντρικά, υπάρχει κι εδώ η οριζόντια τομή σε «Βορρά και Νότο», με τις χώρες του πρώτου να μη συμφωνούν με την πρόταση για συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση, με στόχο να μειωθούν οι υψηλές τιμές της ενέργειας, αντιπροτείνοντας τη «στοχευμένη παροχή βοήθειας για περιορισμένο διάστημα από τις εθνικές κυβερνήσεις σε ιδιαίτερα ευάλωτους καταναλωτές». Δηλαδή, κάθε χώρα μόνη της και καλή τύχη. Ωστόσο, τρεις και πλέον δεκαετίες νεοφιλελεύθερης διάλυσης έχουν αφαιρέσει από σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τα εργαλεία που απαιτούνται για κάτι τέτοιο. Χωρίς κοινή δράση και κοινή χρηματοδότηση -μέσω περαιτέρω ενίσχυσης των σχετικών εργαλείων του Ταμείου Ανάκαμψης-, το όραμα μιας Ευρώπης απεξαρτημένης από τον άνθρακα θα μείνει όραμα. Ηδη, το φάσμα της ενεργειακής φτώχειας αναγκάζει πολλές χώρες να επιστρέψουν στον… λιγνίτη. Ετσι, μια ακόμα αποτυχία της Ε.Ε. να δώσει περιεχόμενο στις υψηλές της φιλοδοξίες βλάπτει και τους Ευρωπαίους καταναλωτές ενέργειας και, σε τελική ανάλυση, το περιβάλλον.
*Δκηγόρος, κάτοχος LLM από το London School of Economics και διδάκτωρ Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
