Οι επικείμενες εκλογές για τη νέα ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής είναι ένα πολιτικό γεγονός με ιδιαίτερη σημασία. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμά τους χρειάζεται να στείλει ένα σαφές μήνυμα που θα σηματοδοτεί τη συνέχεια της ιστορικής παρακαταθήκης του ΠΑΣΟΚ με σύγχρονους όρους. Ενα μήνυμα που θα προβάλλει τις αρχές και ιδίως την κεντρική αξία της σοσιαλδημοκρατίας: τη μείωση της ανισότητας και τη βελτίωση της αποκαλούμενης κοινωνικής κινητικότητας. Ενα κρίσιμο αίτημα για τη νέα γενιά πολιτών που βλέπουν τη ζωή τους να χάνεται ανάμεσα στα μνημόνια και την πανδημία.
Στην Ελλάδα, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου υπήρξε το επιστέγασμα της χρυσής εποχής 1981-2004, οπότε και φάνηκε ότι έκλεισε η μεγάλη ψαλίδα της κοινωνικής ανισότητας. Με άλλα λόγια, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από αυτό που περιγράφεται ως κοινωνική κινητικότητα. Η μετακίνηση των ατόμων από μια ταξική θέση σε μια άλλη μέσα στο πλέγμα της κοινωνικής δομής, μέσω ατομικών και συλλογικών επιτευγμάτων και όχι βάσει της οικογενειακής καταγωγής και της περιουσιακής ικανότητας. Κι αν στη χώρα μας η κοινωνική κινητικότητα εκκινεί από τη δεκαετία του 1960, πυροδοτείται κυρίως τη δεκαετία του 1980, μέσα από τις αναδιανεμητικές πολιτικές του ΠΑΣΟΚ που συνδέθηκαν με το κράτος πρόνοιας και τη συμπερίληψη των «μη προνομιούχων» στο αναπτυξιακό υπόδειγμα της χώρας.
Κι αν κάποιοι επίμονα υποστηρίζουν ότι το 1996 ο εκσυγχρονισμός αντιπαρατέθηκε ευθέως με την επιδίωξη για μείωση της κοινωνικής ανισότητας, τα μεγάλα έργα υποδομών (γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, Εγνατία Οδός, Αττική Οδός, αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», Αττικό Μετρό κ.λπ.) επιβεβαίωσαν το αντίθετο. Ο εκσυγχρονισμός των υποδομών συνέβαλε καθοριστικά στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ πρωτεύουσας και περιφέρειας και στην περαιτέρω βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Και μετά από αυτά, η «συμμετοχική δημοκρατία» (Διαύγεια), η «ανοιχτή διακυβέρνηση» (ΑΜΚΑ, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, κ.λπ.) και η «πράσινη ανάπτυξη», αν και λοιδορήθηκαν, έγιναν η βάση και η πυξίδα για τον ψηφιακό και ενεργειακό μετασχηματισμό που βιώνει σήμερα το ελληνικό κράτος.
Κι αν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων μοιάζουν σήμερα ασαφείς, κι αν ο όρος «τάξη» αντιμετωπίζεται στον πολιτικό διάλογο ως ένας παρωχημένος διαχωρισμός αριστερών καταβολών, η ελληνική κοινωνία, όπως άλλωστε και οι περισσότερες δυτικές κοινωνίες, συνεχίζει να είναι ταξική. Και όχι μόνο από τις «σχέσεις εκμετάλλευσης» και τη θέση των ατόμων στην παραγωγική διαδικασία, αλλά από την απλή εισοδηματική κατάσταση των κοινωνικών υποκειμένων και τη συσσώρευση του πλούτου.
Αρκεί να δούμε τους δείκτες ανισοκατανομής εισοδήματος και πλούτου και μια σειρά από δείκτες ευημερίας και δείκτες στέρησης, όπως καταγράφονται για τις χώρες του ΟΟΣΑ, στους οποίους αποτυπώνεται η ένταση των ανισοτήτων στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι στην κατανομή του εισοδήματος της ΕΛΣΤΑΤ για το 2019, στην Ελλάδα το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,1 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
Οι ανισότητες απασχολούν ιστορικά τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα, ίσως απασχολούν και μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας που συναντούν τις ανισότητες στην καθημερινότητά τους και καθορίζουν τη θέση τους αλλά και τη σχέση τους με την ίδια την κοινωνία. Ενδεχομένως να απασχολούν εντονότερα τις νέες γενιές που βλέπουν να καλούνται να ζήσουν σε μια ρευστή νεωτερικότητα η οποία φαίνεται να χαρακτηρίζεται από την ελαστική εργασία, τον χωρίς φραγμό επεκτατισμό της τεχνολογίας στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή των ατόμων και βεβαίως την κλιματική κρίση, που μοιάζει να καθορίζει το μέλλον των οικονομιών και την ευημερία των κοινωνιών.
Σε αυτούς τους προβληματισμούς χρειάζεται ο σοσιαλδημοκρατικός χώρος στην Ελλάδα να απαντήσει με όρους μέλλοντος. Με ιδέες έξω από τακτικές και αξιακούς σχετικισμούς και με πρόσωπα που είναι στο επίκεντρο της πολιτικής και όχι στο επίκεντρο των διαφόρων συστημάτων εξουσίας. Με πρόσωπα που δεν έφτιαξαν προσωποπαγή κόμματα, δεν φθάρθηκαν από τη διαχείριση της εξουσίας, δεν αναδείχθηκαν σε πολιτικές θέσεις ούτε με «δαχτυλίδια» ούτε με διορισμούς στο κράτος. Με πρόσωπα που τίμησαν με την ενεργή παρουσία τους τη Δημοκρατική Παράταξη, είτε ως ΠΑΣΟΚ, είτε ως ΕΛΙΑ, είτε ως Κίνημα Αλλαγής, και μπορούν να ενώσουν, να μεγαλώσουν και να κάνουν τη Δημοκρατική Παράταξη να κοιτάξει μπροστά.
* πολιτική επιστήμονας, υποψήφια διδάκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης
