Αύριο Τρίτη 16 Νοεμβρίου η κοινωνική τάξη στην κοινωνία μας, της οποίας το επάγγελμά της (Beruf) είναι η εστίαση αποφάσισε να «κλείσει τα καταστήματα». Αυτό το κάνει ως έσχατο μέσο αντίδρασης απέναντι σ’ ένα κυβερνητικό γραφείο-κρατικό σχεδιασμό που δεν μας οδηγεί ως πολιτική κοινωνία στην υπέρβαση της πανδημίας, αλλά στην ανακύκλωση του πολιτικου-κοινωνικού προβλήματος: πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την πανδημία;
Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, χρειάζεται να ανατρέξουμε δύο χρόνια πριν: τότε δηλαδή που κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2019 ξέσπασε η πανδημική κρίση αρχικώς στην Κίνα και αργότερα με καθυστέρηση (Μάρτιο και Απρίλιο του 2020) και στην Ευρώπη. Και στις μέρες μας (δύο χρόνια μετά) ο κοινωνικο-οικονομικός χώρος της εστίασης βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο των γραφειοκρατικο-υγειονομικών μέτρων που λαμβάνονται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, για να «αντιμετωπιστεί η πανδημία»!
Θα αναφέρω το εξής βιωματικό περιστατικό: όταν το Σάββατο 6 Νοεμβρίου, πρώτη μέρα εφαρμογής των νέων μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, βρέθηκα σ’ ένα εστιατόριο στη Βουλιαγμένη με την παρέα μου των τεσσάρων ατόμων, ο ιδιοκτήτης είχε ως πρώτο μέλημά του τον αστυνομικό έλεγχο των πελατών και όχι την «παροχή υπηρεσιών» όπως αρμόζει στο επάγγελμά του. Εκείνο το βράδυ όλοι μας, και εμείς ως πελάτες και ο ιδιοκτήτης (ο οποίος είναι και προσωπικός φίλος μου), αισθανθήκαμε ότι μια αόρατη δύναμη μας ωθεί να ζούμε σ’ έναν τόπο που μόνο αυτή μπορεί να ελέγχει. Μετά ο επαγγελματίας ιδιοκτήτης του καταστήματος μας ζήτησε τις πιστοποιήσεις του εμβολιασμού και της ταυτοποίησης. Οταν όμως επέμενε όλα αυτά τα «έγγραφα» του πελάτη να τα «σκανάρει» (δεν ξέρω τι θα πει αυτό), δηλ. να τα αποθηκεύσει, δηλ. να τα δώσει αλλού και πού, τότε ο συνάδελφός μου (καθηγητής Πανεπιστημίου) και προσωπικός μου φίλος μου δεν επέτρεψε μια καθημερινή έξοδος σ’ ένα εστιατόριο να «μετατραπεί» σε υπόθεση αστυνομικού ελέγχου και όλη η καθημερινή ιστορία μου έληξε εκεί.
Τώρα ανακύπτουν προς θεωρητικο-πολιτική έρευνα μια σειρά προβλημάτων, τα οποία ούτε εκθέτω αλλά και ούτε θα επεξεργαστώ: το μείζον θεωρητικο-πολιτικό πρόβλημα όμως, κατά την επιστημονική άποψή μου, είναι το εξής: γιατί και πώς όταν ξεσπάει μια κρίση, μια συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, μια δεδομένη ταξική ομάδα πρέπει να πληρώσει το «τίμημα». Στη φάση της δημοσιονομικής κρίσης το «τίμημα» το πλήρωσαν οι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Τώρα στην πανδημική κρίση το «τίμημα» της πολιτικής και κοινωνικής συνοχής γιατί θα πρέπει να το πληρώσει μόνο το «ασθενές κεφαλαιοκρατικό σύστημα» της εστίασης; Και γιατί δεν πληρώνουν «δραχμή» ούτε το ισχυρό εφοπλιστικό κεφάλαιο, ούτε το δήθεν επιχειρησιακο-επενδυτικό;
Το τελικό θεωρητικο-πολιτικό συμπέρασμά μου συνοψίζεται ως εξής: κάτω τα χέρια από μια κοινωνική, επιχειρηματική και επαγγελματική τάξη όπως είναι η εστίαση. Πανδημική κρίση και εστίαση δεν είναι «εχθροί» όπως θέλουν οι γραφειοκράτες σχεδιαστές των σχετικών προγραμμάτων. Η εστίαση είναι ο αριστοτελικός τόπος, ο οποίος ως πραγματολογικό σημείο συνάντησης κοινωνικών τάξεων, ατομικών εκφράσεων και δημόσιων συζητήσεων εκβάλλει στον ποταμό που ονομάζεται δημοκρατία, ελευθερία της έκφρασης και αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου στις συνθήκες του διαφωτισμού.
* καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
