Με εφόδιο και ως μέτρο σύγκρισης και αποτίμησης συνάμα την εμπειρία των δύο ετών της πανδημίας, νιώθεις ότι απέναντί σου δεν έχεις πολιτικούς που διαπνέονται από μεγαθυμία και υψηλοφροσύνη, αλλά κάποιους μικρόνοες που όταν συναπαντιούνται με τη δυστυχία κουνούν το κεφάλι υποτιμητικά, ψιθυρίζουν «σου άξιζε, καλά να πάθεις» και απομακρύνονται.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε κάποιος να ερμηνεύσει τη δήλωση: «Το κράτος θα έρθει να αποζημιώσει ξανά, επειδή στη Θεσσαλονίκη είναι 53% οι εμβολιασμένοι; Φταίνε αυτοί που δεν εμβολιάζονται. Δεν μπορεί το κράτος να κάνει συνέχεια αυτό το πράγμα, θα καταστραφούμε όλοι μαζί». Οσο τη διαβάζω τόσο και μου δυναμώνει η αίσθηση ότι αυτές οι τρεις προτάσεις αναπαριστούν μια τιμωρητική αντίληψη, η οποία μπορεί να προσαρμοστεί σε όλο το εύρος της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Αν η διαχείριση των κοινών διαπνέεται από τη λογική τού «αφού δεν… τότε καλά να πάθεις», είναι πολύ εύκολο αύριο στη θέση των ανεμβολίαστων να βρεθούν οι εργαζόμενοι ενός κλάδου, μεθαύριο οι πυρόπληκτοι, παραμεθαύριο οι άνεργοι… Πρόκειται για μια επικίνδυνη αντίληψη που μπορεί να μετατρέψει τις ζωές των ανθρώπων σε κόλαση και τις κοινωνίες σε ζούγκλα.
Η αντίληψη του «αφού δεν… τότε καλά να πάθεις» παραπέμπει επίσης στην αντίληψη που συνοψίζεται στη φράση «Εγκλημα και Τιμωρία» και είναι πολλά τα κεφάλαια της ιστορίας που αναφέρονται στο πόσο εύκολα οι εξουσίες προσαρμόζουν τις έννοιες «έγκλημα» και «τιμωρία» στις ανάγκες τους. Στο παρελθόν η φυλή, οι πολιτικές απόψεις, το χρώμα του δέρματος, η κατάσταση της υγείας ακόμα και η αντίθεση ήταν παράμετροι που όριζαν τόσο το εύρος της έννοιας «έγκλημα» όσο και της «απάντησης» που έδινε η κοινωνία σε αυτό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμα και η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» ή της «ανωτέρας βίας» δεν μπορεί να δικαιολογήσει την «τιμωρία» για μια επιλογή που οι κυβερνήτες κρίνουν ότι δεν είναι αποδεκτή.
Η δήλωση αυτή, όμως, κρύβει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται. Η κυβέρνηση συστηματικά προβάλλει τη σημασία του «ατομικού» και υποβαθμίζει την έννοια του συλλογικού. Σε αντίθεση με τον Τοκβίλ, που υποστήριζε ότι ο εγωισμός είναι «για τις κοινωνίες ό,τι η σκουριά για το μέταλλο», πιστεύει ότι η ατομική επίδοση, η ατομική πρωτοβουλία, η ατομική συμπεριφορά, η ατομική ευθύνη, η αξιοσύνη… αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις που σπρώχνουν τις κοινωνίες μπροστά. Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται στις πολιτικές της, οι οποίες με το επιχείρημα ότι το κράτος είναι ο κατεξοχήν ανασχετικός παράγων της προόδου, απαλείφουν, συρρικνώνουν και εξαφανίζουν κάθε δραστηριότητα που σχετίζεται με το Δημόσιο.
Ομως αν ψάξεις κάτω από τις γραμμές της δήλωσης που έκανε το κυβερνητικό στέλεχος για τη Θεσσαλονίκη, θα ανακαλύψεις ότι η κυβέρνηση στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο απορρίπτει το «ατομικό» αλλά χρησιμοποιεί τον αρνητή της προόδου, το κράτος δηλαδή, για να τιμωρήσει ατομικές επιλογές που δεν συμπίπτουν με αυτές που αποδέχεται. Και τότε θυμάσαι –παραφρασμένο– το παράδοξο που είχε διατυπωθεί από τον θεολόγο του 17ου αιώνα, Ζακ-Μπενίν Μποσουέ, ο οποίος είχε πει ότι «ο Θεός γελάει με τους ανθρώπους οι οποίοι διαμαρτύρονται για τις συνέπειες, ενώ λατρεύουν τις αιτίες».
Κάποιοι θα έκαναν λόγο για υποκρισία και ιδεολογικό καιροσκοπισμό. «Πώς είναι δυνατόν από τη μία να εμφανίζουν την ατομική επίδοση και την ατομική ευθύνη ως πανίσχυρους κινητήρες που απογειώνουν την κοινωνία και από την άλλη να αποδοκιμάζουν και να τιμωρούν όσες δεν συμπίπτουν με ό,τι θεωρούν δέον και πρέπον τους;» θα αναρωτιούνταν δικαιολογημένα.
Μήπως όμως το ερώτημα θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί ως εξής: «Ποιο “ατομικό” αποτελεί για την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη την κινητήρια δύναμη της κοινωνίας;» Σε μια τέτοια ερώτηση η απάντηση θα μπορούσε να ήταν: «Η κυβέρνηση, όταν αναφέρεται στο ατομικό εννοεί το ατομικό του ατομικού» ή, για να το πούμε πιο απλά, η κυβέρνηση δεν θεωρεί ότι η πρόοδος και η ευημερία προκύπτουν από το άθροισμα των ατομικών επιλογών των πολλών. Αντίθετα, πιστεύει στη δύναμη και την αποτελεσματικότητα του αθροίσματος των ατομικών επιλογών των λίγων, που διαθέτουν πολύ πλούτο, και γι’ αυτό ταυτίζεται με τις επιθυμίες τους. Μια τέτοια απάντηση, πάντως, μπορεί να ερμηνεύσει τόσο την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζει την «ατομική βούληση» αυτών που η ζωή τους επηρεάζεται από τις πολιτικές της όσο και τις πρακτικές που παραπέμπουν στο «αφού δεν… τότε καλά να πάθεις».
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
