ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Ζώρας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αρθουρ Μίλερ (1915-2005). Ο σημαντικότερος Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και λογοτέχνης του 20ού αιώνα.

Με το θεατρικό έργο του «Ο θάνατος του εμποράκου» χαράζει τη μεγάλη διαχωριστική γραμμή του κοινωνικού προβληματισμού. Το αμερικανικό αλλά και το παγκόσμιο θέατρο δεν θα είναι πια το ίδιο. Πολιτικός ακτιβιστής, σύμμαχος των δημοκρατικών, προοδευτικών και αριστερών ιδεών, πολέμιος του μακαρθισμού, καθιέρωσε τον όρο «κυνήγι μαγισσών».

Το 1987 καταθέτει την αυτοβιογραφία του («Timebends: A Life») που εμφανίζεται στα ελληνικά το 1988 («Στη δίνη του χρόνου») από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ενα ογκώδες πόνημα 550 σελίδων.

Εδώ θα επιχειρήσω σύντομο σχολιογραφικό διάλογο με αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο. Προσφέρεται, γιατί είναι χαρακτηριστικές, δεκάδες χρόνια μετά, οι προεκτάσεις του, ως νοητικός χώρος, στην επικαιρότητα. Βεβαίως ζητώ την επιείκεια του αναγνώστη:

«Σε κάποια μακρινή γωνιά του νου μου ίσως να υπήρχε κάτι με πολιτική σημασία· την ατμόσφαιρα διαπερνούσε τότε η οσμή μιας νέας αμερικανικής αυτοκρατορίας –που γεννιόταν μόνο και μόνο επειδή, όπως είχα διαπιστώσει, η Ευρώπη πέθαινε ή είχε πεθάνει– κι εγώ επιζητούσα ν’ αποθέσω μπροστά στους νέους αρχηγούς και στους τόσο αυτάρεσκους βασιλιάδες το πτώμα ενός πιστού τους» («Ο θάνατος του εμποράκου»). Σήμερα, το πτώμα ενός πιστού ή τα πτώματα πολλών πιστών μπροστά στους οικονομικούς και πολιτικούς αρχηγούς των φορολογικών παραδείσων, των offshore εταιρειών, που χλευάζουν τους «πιστούς» από τις πτωχευμένες γειτονιές.

Το θεατρικό αυτό έργο χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανικό Τύπο «βόμβα στα θεμέλια του αμερικάνικου καπιταλισμού». Πάνω σε αυτό σημειώνει ο Μίλερ: «Ηλπιζα κι εγώ να είναι βόμβα, αν όχι στα θεμέλια του καπιταλισμού μας γενικά, τουλάχιστον στα θεμέλια αυτής της ψευδοζωής που πίστευε πως αγγίζει τα σύννεφα ανεβασμένη πάνω σ’ ένα ηλεκτρικό ψυγείο». Σήμερα, της ψευδοζωής των ψευδοπετυχημένων της γιγάντωσης του εγωκεντρισμού πάνω σ’ έναν υπολογιστή.

«Η συστολή και η διαστολή, ο εκριζοσπαστισμός και η επάνοδος στην επιφυλακτικότητα, τα ξεσπάσματα ιδεαλισμού και οι εξίσου γρήγορες επιστροφές στον σκεπτικισμό και την αποδοχή των πραγμάτων όπως είναι. Πόσες φορές η άνθηση των ιδανικών συντρίβεται με κυνισμό προτού προλάβει να ωριμάσει»; Σήμερα, ρωτάμε αντίστροφα, πότε από την επιφυλακτικότητα θα επανέλθουμε στον εκριζοσπαστισμό ή πότε μετά τον σκεπτικισμό και την αποδοχή των πραγμάτων όπως είναι, θα έχουμε ξεσπάσματα ιδεαλισμού και άνθηση των ιδανικών;

«Βρισκόμαστε στην καρδιά της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης, τότε που το να συλληφθείς προσπαθώντας να κερδίσεις ένα δολάριο δεν ήταν πια τόσο πλήρης εξευτελισμός όσο ήταν λίγο καιρό πριν… Τη μια στιγμή, έπρεπε όλοι να προσευχόμαστε για τον πρόεδρο Χούβερ (ο αντίπαλος του Ρούσβελτ από τη ρεπουμπλικανική Δεξιά) –έναν τίμιο κουάκερο, που στο κάτω κάτω ήταν και ο ίδιος θύμα της συμφοράς όπως και κάθε άλλος– ενώ, την άλλη στιγμή, ο τίμιος κουάκερος ήταν ένα κάθαρμα χωρίς καρδιά μέσα του, που έλεγε και ξανάλεγε πως η ευημερία μάς περίμενε στη γωνία του δρόμου, χωρίς να καταλαβαίνει πως ο κόσμος τρελαινόταν και πως αυτό γινόταν τώρα…

Στις αρχές του 1932, νιώσαμε τον άφατο φόβο πως θα μπορούσαμε να χάσουμε ακόμα και το “κοτέτσι” που είχαμε για σπίτι». Οπως θα μπορούσε μια μεγαλειώδης λογοτεχνική γραφή να περιγράψει και την κρίση των μνημονίων και της πανδημίας. Ενώ και σήμερα, κάποιοι υπόσχονται ευημερία που μας περιμένει στις γωνιές των δρόμων, μέχρις ότου μας εξοντώσει ο δημαγωγικός πολιτικός παραλογισμός τους.

«Πιστεύαμε ότι είχαμε ξεπεράσει τη στενοκεφαλιά, τις προκαταλήψεις, τον ρατσισμό και τον ανορθολογισμό, που φαίνονταν τότε να γνωρίζουν τον τελικό θρίαμβό τους, όπως προέκυπτε από το γιγάντωμα των φασιστικών και ναζιστικών κινημάτων… Ανάμεσα στ’ άλλα μπορούσες έτσι να καταπνίγεις κάθε αντίφαση που θα έριχνε την παραμικρή σκιά αμφιβολίας πάνω στον σοσιαλισμό ή ακόμα και πάνω στα δικά σου κίνητρα ή τη δική σου αξία». Και ιδού σήμερα, μετά τη συντριβή φασισμού και ναζισμού στα πεδία των μαχών και των ιδεών, η επανεμφάνισή τους στην πολιτική κονίστρα και στα προαύλια των σχολείων. Και ο συντηρητισμός ανέμελος περιμένει άραγε τι; Την κοινή αντιμετώπιση όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντα;

«Από το 1918 πάντως και έπειτα, η ατμόσφαιρα στο σπίτι μας αρνιόταν ότι ο πόλεμος αποτελούσε την πνευματική ήττα που αποτελεί – και που έπρεπε να φαίνεται ότι αποτελεί». Και σήμερα, εμφανίζεται ως «πνευματική νίκη» η εξοπλιστική χρεοκοπία και μπροστά στην έντρομη κοινή γνώμη γίνεται λόγος στη Βουλή για τα «φέρετρα των ενόπλων με την ελληνική σημαία».

«Αλλά, όπως διδάσκει η ιστορία, η αντισταθμιστική δύναμη αντιμετώπισης της τυραννίας και των διωγμών (επομένως και της στενοκεφαλιάς, των προκαταλήψεων, του ρατσισμού και του ανορθολογισμού) μόνο ηθική μπορεί να είναι. Δυστυχώς». Εχει δίκιο και εδώ ο μεγάλος διανοητής ή όχι;

* ομότιμος καθηγητής, πρώην αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου