«Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν / τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει; / ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει / ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής»
Μίλτος Σαχτούρης, «Τα δώρα»
Ο χρόνος ας αποτιμήσει τι ποιητής ήταν ο Τάσος Κουράκης. Εύκολα όμως οι συγκαιρινοί μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πορεύτηκε ως ποιητής μέσα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας. Και φυσικά τόσο στη Θεσσαλονίκη, όσο και στην πυρίκαυστο της ιστορίας των τελευταίων είκοσι χρόνων, βάδισε ανεπιτήδευτα ως αναστενάρης.
Τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στη μεγαλύτερη εικόνα της πολιτικής αντιμετωπίστηκε από τους «Κατσιμπαλήδες» (χαρακτηρισμός κι αυτός του Σαχτούρη) του καιρού μας. Θα είχε ενδιαφέρον να συγκεντρωθεί η ειρωνεία, το φαρμάκι και η χολή που του επιφύλαξαν λόγω της αβολεψιάς που προκαλούσε με την αντισυμβατική στάση του στα τρέχοντα.
Δεν γνώρισα τον Τάσο όταν ήταν μέλος του ΚΚΕ και δεν μπορώ να πω τίποτα παραπάνω. Δεν συμμετείχα ποτέ στα μνημειώδη γλέντια που όπως λένε έστηνε στο σπίτι του για τους φίλους και με συντρόφους. Αλλά τον γνώρισα 25 ολόκληρα χρόνια στη δημόσια παρουσία του στη Θεσσαλονίκη αρχικά. Κι εκείνα τα χρόνια ήταν ο μαχητής εναντίον των μεταλλαγμένων τροφίμων. Μακρινοί γνωστοί του μού στείλανε σήμερα άρθρα πύρινα και ζουμερά μέχρι τα τώρα. Υστερα έμπλεξε με τα δημοτικά, εκεί στο υπόγειο της Παύλου Μελά, στον παλιό «Ερωδιό», σαν ερωδιός στεκόταν με το λιγνό της ποδάρι η Αριστερά που όρμησε και πάτησε την εξουσία δέκα χρόνια αργότερα.
Θαρρώ σε εκείνη τη δημοτική κίνηση, τις φούριες, τους ενθουσιασμούς και τις πολλές, αλίμονο, απογοητεύσεις γεννήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στη Θεσσαλονίκη, ο πολύχρωμος και ενθουσιώδης ΣΥΡΙΖΑ της πόλης, παλιές αλησμόνητες φυσιογνωμίες ανθρώπων που έρχονταν από το ΕΑΜ, την ΕΠΟΝ, την αντίσταση στη δικτατορία, μαζί με νέους ανυπόμονους οι οποίοι κάνανε πράξη σχέδια που φάνταζαν αλλόκοτα, πάλευαν σε αγώνες που ήξεραν ότι θα χάσουν και κέρδισαν εκείνους που γίνανε λίπασμα το οποίο βαστάει μέχρι σήμερα. Εδώ ανάμεσα σε αυτές τις λέξεις είναι ο Τάσος. «Θα έρθεις» τον ρωτούσαν «και το ρωτάς;» απαντούσε. «Θα πάμε;» η ερώτηση, «είμαστε ήδη εκεί» απαντούσε. Τυχαία πέρασε από Γένοβα και Φλωρεντία; Πώς νομίζετε βρέθηκε ο Τάσος στο καράβι για τη Γάζα;
Γνωρίζετε, υποπτεύεστε διόλου τον συγκλονισμό του από εκείνη την εμπειρία; Τον θυμάμαι σαν τώρα να κρύβει έναν τρόμο στα μάτια, τρόμο όχι του δειλού, τον τρόμο του γενναίου συμπάσχοντα μπροστά στην αδυναμία του να κάνει κάτι περισσότερο, να μανιάζει αδύναμος, κι ύστερα να προσπαθεί περισσότερο. Κι εκείνο το «κατάλαβες ε; παρήγορο αυτό από μόνο του» που μου είχε απευθύνει στην τελευταία μας εκ του σύνεγγυς επαφή πριν από τρία χρόνια, όταν του είχα θυμίσει το πρώτο, επαναστατικό, όπως κι αν το δεις, νομοθετικό μέτρο του ΣΥΡΙΖΑ άμεσης δημοκρατίας, που ήταν έργο του Τάσου, για την ψηφοφορία στα σχολεία και εκλογή από τη βάση των διευθυντών των σχολικών μονάδων.
Δεν ξέρω τώρα που έφυγε για πάντα ο Τάσος πόσο παρήγορο είναι να θυμάται κανείς ό,τι έχουν ξεχάσει τόσοι και τόσοι που θα έπρεπε πρώτοι να θυμούνται. Ιδού λοιπόν, μόλις έχει κηδευτεί από φίλους και συντρόφους, ιδού μια κάποια σύνοψη για να δοθούν οι απαντήσεις: «ώστε ήταν ποιητής;»
