Διχασμένη σε όλα τα κρίσιμα θέματα και προκλήσεις που αφορούν το μέλλον της, η Ε.Ε. δεν έχει ούτε τη βούληση αλλά ούτε και τη δυνατότητα να προχωρήσει σε νέα διεύρυνση.
Η παραπάνω σκληρή πραγματικότητα έχει συνειδητοποιηθεί από τις τοπικές ηγεσίες με αποτέλεσμα άλλοτε σταθεροποιητικές και άλλοτε αποσταθεροποιητικές πρωτοβουλίες.
Μέσα σε έναν χρόνο είχαμε το βέτο της Σόφιας στην ενταξιακή προοπτική των Σκοπιίων, τη διαρροή για σχέδια αλλαγής συνόρων αρχικά μεταξύ του Βελιγραδίου και της Πρίστινας και στη συνέχεια σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία.
Μόνη θετική αντίστιξη στα παραπάνω υπήρξε πριν από λίγους μήνες η συμφωνία Βόρειας Μακεδονίας, Σερβίας και Αλβανίας για κατάργηση των μεταξύ τους συνοριακών ελέγχων από την 1.1.2023.
Πέραν της γραφειοκρατικής φραστικής πολιτικής ορθότητας των Βρυξελλών ένα πράγμα είναι βέβαιο με τα σημερινά δεδομένα.
Αν οι «27» δεν συμφωνήσουν στην τροποποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας ώστε στην επόμενη μέρα της πανδημίας να μη διευρυνθούν σε μη αντιστρέψιμο βαθμό οι αποκλίσεις του πλεονασματικού Βορρά με τον ελλειμματικό Νότο, δεν μπορεί να γίνεται συζήτηση για διεύρυνση.
Το 2002, ενώ εκκρεμούσε η συζήτηση για τη Συνταγματική Συνθήκη, οι τότε 15 της Ε.Ε. επικύρωσαν στη σύνοδο κορυφής της Κοπεγχάγης τη διεύρυνση προς Ανατολάς.
Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά η Ουγγαρία και η Πολωνία διαμηνύουν ξεκάθαρα ότι πριν από κάθε ένταξη νέων μελών η Ε.Ε. οφείλει να ενισχύει την εσωτερική συνοχή της και τη λειτουργικότητά της.
Εξυπακούεται ότι στα Δυτικά Βαλκάνια δεν υπάρχουν πλέον οι μεγάλες ευρωπαϊκές προσδοκίες του παρελθόντος, καθώς τόσο η Ρουμανία όσο και η Βουλγαρία βιώνουν μια πλήρη ένταξη χωρίς τη στήριξη που βοήθησε τις χώρες του Νότου στη δεκαετία του 1980 να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα.
Μαύρη τρύπα αστάθειας στον χάρτη της Ευρώπης τα Δυτικά Βαλκάνια, αργά η γρήγορα θα γίνουν πεδίο ανταγωνισμών της Κίνας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ.
Τριάντα χρόνια μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 και είκοσι έξι μετά τη Συμφωνία του Ντέιτον το 1995 η αβεβαιότητα σκιάζει τα Δυτικά Βαλκάνια.
