Ο όφις ηπάτησέ με, και έφαγον. Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις Γ’ 13)
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στην εξαπάτηση. Είναι παμπάλαια και αξεπέραστη· έχει μέσα της τον σπόρο της σαγήνης. Καθώς όμως επιβάλλει κανόνες μαγείας στο πολιτικό πεδίο, έχει ένα μειονέκτημα. Οσο λειτουργεί και παράγει αποτελέσματα, φθείρει τους επινοητές της. Και όταν οι επινοητές της είναι πολιτικοί γύρω από τους οποίους σιτίζονται καλόψυχοι φιλοτελιστές, τότε συνεχίζουν την εξαπάτηση με δανεικά. Τα τελευταία -στην αστικο-κοινοβουλευτική δημοκρατία- επιτρέπουν την ιδιοκτησία της εξουσίας.
Ετσι η κάθε επόμενη εξαπάτηση είναι χειρότερη από την αρχική: «Η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Χρησιμοποιείται το δημόσιο χρήμα για να εξαπατήσει τους εξαπατώμενους. Με άλλα λόγια, οι εξαπατώμενοι πληρώνουν για να εξαπατηθούν. Στο τέλος η τέχνη της εξαπάτησης υπονομεύει τα αγέννητα. Νομοτελειακά οδηγεί στο «τελετουργικό του λογαριασμού». Ολοι γνωρίζουν ότι στο τέλος κάποιοι, κάποτε θα πρέπει να πληρώσουν για τη ζημιά. Και σωστά μαντέψατε! Επειδή αρκετοί αντιλαμβάνονται τη σημασία τού «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος», στην κοινωνία των εξαπατήσεων επιβραβεύονται αυτοί που προκάλεσαν τη ζημιά· πληρώνουν οι πιο αδύναμοι· αυτοί που ευθύνονται λιγότερο.
Ας πάμε σ’ ένα δημοσιονομικό των καιρών. Μια εξαγγελία μείωσης των φόρων είναι καλό ή κακό; Δυστυχώς, δεν υπάρχει μία και μόνη σωστή απάντηση. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και κυρίως από τη χώρα για την οποία μιλάμε και για τη φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρίσκεται η οικονομία της. Αν λ.χ. η οικονομία βρίσκεται σε φάση επέκτασης, τότε οι σχεδιαστές της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να αυξήσουν τους φόρους και όχι να τους μειώσουν.
Αν λ.χ. οι πολίτες ζητούν με επιμονή αυτό που λέμε «κράτος πρόνοιας» ή «ευημερίας», τότε θα πρέπει κάποιος να τους πει ότι, για να αυξηθούν οι δαπάνες, θα πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους και να πληρώσουν υψηλότερους φόρους, ώστε κατόπιν οι διαχειριστές να προχωρήσουν σε εύλογες ανακατανομές για να βοηθηθούν οι πλέον αδύναμοι ή για να διαθέσουν πόρους για την αποτελεσματική προστασία δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών από τις έκτακτες (και εν πολλοίς προβλεπόμενες) καταστροφές, όπως πυρκαγιές, θεομηνίες, πανδημίες κ.λπ.
Και συνεχίζοντας στο ίδιο παράδειγμα, για ποιους φόρους μιλάμε; Για τους άμεσους που υπολογίζονται με προοδευτικούς συντελεστές, για έκτακτες εισφορές; Ή μήπως μιλάμε για έμμεσους φόρους (φόρους επί των πωλήσεων ή φόρους κατανάλωσης όπως ο ΦΠΑ, οι φόροι των καυσίμων ή του καπνού) που είναι αναλογικοί; Λόγου χάρη κάποιος με ετήσιο εισόδημα 100.000 ευρώ, ο οποίος δαπανά 1.500 ευρώ ετησίως για να καπνίζει, πληρώνει 1.050 ευρώ φόρο, με 70% συντελεστή φόρου καπνού. Κάποιος άλλος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, δαπανά 800 ευρώ ετησίως για κάπνισμα, και με τον ίδιο συντελεστή (70%) πληρώνει αναλογικά 560 ευρώ φόρο.
Ομως ο πλούσιος καταβάλλει το 1,0% ως προς το εισόδημά του, ενώ ο μεσαίος πληρώνει περίπου το 3% του εισοδήματός του (παρότι καπνίζει λιγότερο). Για πολλά χρόνια η κυβερνητική πολιτική αποφεύγει μειώσεις των φόρων που είναι αντίστροφα προοδευτικοί αναπληρώνοντας μειώσεις προοδευτικών φόρων. Μιλάμε για χαρακτηριστικό αναποτελεσματικής οικονομίας, για φτωχά δημόσια αγαθά, για στρεβλώσεις που υπονομεύουν την ανάπτυξη και επιτείνουν τις κοινωνικές αδικίες -περί το 30% του πληθυσμού στο κατώφλι φτώχειας.
Αυτό το παράδειγμα -όπως για οποιοδήποτε άλλο πεδίο- προϋποθέτει ότι «όλα τα άλλα είναι σταθερά». Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι σταθερό στον κόσμο: στην παιδεία, την υγεία, τη δημόσια ασφάλεια. Κατά μία προσφιλή έκφραση, όλα είναι «εν κινήσει» (διακινδυνεύοντας -μέσω της δύναμης της εξαπάτησης- να μην αναγνωρίσω ότι ορισμένα πράγματα βρίσκονται «σε βαθιά ύπνωση»).
Ούτε ο πρωθυπουργός είναι «κάτι σταθερό», ούτε ο Χατζηδάκης που πανηγυρίζει για τις 500 θέσεις εργασίας των riders της efood -τους οποίους βλέπει σαν «εκατομμυριούχους με παπί»-, ούτε ο Αδωνης Γεωργιάδης με τις άφαντες επενδύσεις του, ούτε ο Πλεύρης με την πλήρη απαξίωση του συστήματος της δημόσιας υγείας. Ολοι τους -και πολλοί άλλοι- ασκούν τέχνη εξαπάτησης. Γιατί αυτό που δεν λέει ο Χατζηδάκης -ο οποίος μιλάει για «αθέμιτη πρακτική» της εταιρείας και για «φιλεργατικό νόμο»-, είναι ότι οι αγορές δεν είναι οι μήτρες του υπέρτατου αγαθού. Αντίθετα, γεννούν καταχρήσεις που δεν θέλει να ρυθμίσει ο ίδιος και το πρόγραμμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
«Και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει» (άλλαξαν ακόμα και την καθιερωμένη σημασία των λέξεων, για να δικαιολογηθούν) έγραφε ο Θουκυδίδης -και μετά από 2.000 χρόνια… ήρθε ο Οργουελ «προφητικός» με τη «Νέα Γλώσσα».
