Ιστορικά ο πολιτικός βίος του τόπου συμπυκνώνεται σε ιστορίες αγαθών και ξεπεσμένων αγγέλων. Ιστορίες που ο πυρήνας της δομής τους παρέμενε αναλλοίωτος και τα μόνα που άλλαζαν ήταν ο χρόνος και τα πρόσωπα που χρωματίζονταν με τα ίδια κοινότυπα επίθετα που περιγράφουν την ηθική, τη λογική, την αποτελεσματικότητα, τις αρετές και τα ελαττώματα των πολιτικών.
Η χρήση των επιθέτων αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χειραγώγηση της συλλογικής γνώσης, κρίσης και αξιολόγησης, αφού με τον τρόπο αυτόν υποβαθμίστηκε η ισχύς των ουσιαστικών από τα οποία προήλθαν.
Εχετε προσπαθήσει να μετρήσετε πόσο πιο συχνά αναφέρεται η λέξη «αυταρχικός» σε σχέση με τη λέξη «αυταρχικότητα»; Η λέξη «δημοκρατικός» σε σχέση με «δημοκρατία»; Ο «δίκαιος» σε σχέση με τη «δικαιοσύνη»… Ετσι καταλήξαμε στο σημείο τα επίθετα να αξιοποιούνται από τους πολιτικούς ως εργαλείο, για να απομακρυνθούν οι άνθρωποι από την πολιτική.
Πάρτε για παράδειγμα τον πρωθυπουργό. Ο δημόσιος διάλογος για τα μέτρα που εξήγγειλε από τη Θεσσαλονίκη, γίνεται με τη χρήση επιθέτων που εκστομίζονται και παραπλανούν και προκαλούν σύγχυση αντί να διαφωτίζουν και να καταυγάζουν: Δίκαιος ή μεροληπτικός; Φιλολαϊκός ή αντιλαϊκός; Συμπονετικός ή άκαρδος; Φιλεργατικός ή αντεργατικός; Φιλοδίκαιος ή επιλεκτικός; Φιλαλήθης ή προσαρμοστικός; Κυνικός ή ευαίσθητος; Υπολογιστής ή ανυστερόβουλος;
Χρήσιμη συζήτηση για τους επικοινωνιολόγους και αυτούς που πλασάρουν το πολιτικό προϊόν στην αγορά των ψήφων. Αχρηστη έως και επικίνδυνη για την ουσία της πολιτικής, καθώς η χρήση των επιθέτων απομακρύνει, συσκοτίζει, αποπροσανατολίζει, παραπλανά, παρασύρει και ενίοτε μεταμορφώνει. Και η πραγματικότητα είναι ότι κανείς μα κανείς δεν ενδιαφέρεται αν ο κύριος Μητσοτάκης είναι ωραίος, σπλαχνικός, ευαίσθητος, δίκαιος, ανθρωπιστής, υπέρμαχος της κοινωνικής δικαιοσύνης, ειλικρινής, άριστος… Ο,τι κι αν είναι, αφορά τον ίδιο, τους οικείους και τους φίλους του. Αυτό όμως που αφορά όλους, είναι η πολιτική του.
Οι αλλαγές δηλαδή που επιβάλλει με νόμους, οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή μας, την καθημερινότητά μας, την εργασία μας, τα παιδιά μας, τα γηρατειά μας, την αρρώστια μας, την ασφάλειά μας, τον αέρα που αναπνέουμε, το τοπίο που ζούμε, τα όρια των αφεντικών, τα δικαιώματα των εργαζομένων, την αυθαιρεσία της εξουσίας… Ολα αυτά δηλαδή που καθορίζουν την ποιότητα της Δημοκρατίας.
Αν κάποιος έχει την υπομονή να καταγράψει ένα προς ένα τα μέτρα με τα οποία η κυβέρνηση μετουσιώνει σε πράξη την πολιτική της άποψη, τότε θα πρέπει να ψάξει πολύ για να βρει παρεμβάσεις που περιορίζουν την αυθαιρεσία των πλουσίων, που αποκαθιστούν ένα μικρό μέρος από τη χαμένη αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, που αναδιανέμουν τον πλούτο υπέρ των αδύναμων ανθρώπων, που παρέχουν ίσες ευκαιρίες σε όλους, που υπερασπίζονται την ισονομία από τη βουλιμία του πλούτου, που προστατεύουν την αξιοπρέπεια από την απληστία, που…
Οι εκβιασμοί της efood στους εργαζομένους δεν είναι μια υπόθεση ενός εργοδότη, αλλά οι συνέπειες της πολιτικής αντίληψης που διαπνέει τον νόμο Χατζηδάκη.
Η ουσιαστική απραξία στο κύμα των ανατιμήσεων δεν είναι μια υπόθεση κάποιων κερδοσκόπων, αλλά η απτή απόδειξη της πολιτικής απροθυμίας να παρέμβει σε οτιδήποτε μπορεί να συγκρατήσει τη «γονιδιακά» αχαλίνωτη απληστία των δυνάμεων της αγοράς.
Η απόφαση να δώσει πρόσθετες φοροελαφρύνσεις στα υψηλά εισοδήματα και στον μεγάλο πλούτο δεν είναι μια αθώα και επιπόλαιη παρόρμηση, αλλά μία συνειδητή πολιτική επιλογή επιδότησης της ανισότητας. «Είναι η κυβέρνηση, ανόητε», είχε γράψει, το 2011, ο Robert Lieberman, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίων Υποθέσεων στο Columbia University, όταν έγραφε ότι η ανισότητα διευρύνθηκε –και– από τις φοροαπαλλαγές για τα υψηλά εισοδήματα, το κεφάλαιο και τις προσόδους που ενέκρινε σωρηδόν από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 το Κογκρέσο.
Αυτές οι υπέρ του πλούτου πολιτικές είχαν ως αποτέλεσμα μεταξύ 1979 και 2006 το πλουσιότερο 1% να αυξήσει τα εισοδήματά του κατά 256%, ενώ οι φτωχότεροι Αμερικανοί κατά 11%. Η γραφική παράσταση που παρουσιάζει το μερίδιο αυτού του 1% στην πορεία του χρόνου, το εμφανίζει σχεδόν επίπεδο επί Κένεντι, Τζόνσον, Νίξον, Φορντ και Κάρτερ, ενώ επί Ρέιγκαν, Μπους πατρός, Κλίντον και Μπους υιού, το μερίδιο αυτό εμφανίζει αλλεπάλληλες αιχμές.
Οι αποκλεισμοί στην εκπαίδευση δεν είναι ένα επινόημα μίας εμπαθούς υπουργού Παιδείας αλλά μία πολιτική επιλογή η οποία εγκλωβίζει τους ανθρώπους στις συνθήκες της γέννησής τους, πράγμα που αποτελεί κόλαφο για την ίδια τη Δημοκρατία.
Αν βάλει κάτω από τον μεγεθυντικό φακό μία προς μία τις πολιτικές αποφάσεις από το καλοκαίρι του ’19 μέχρι τώρα, θα διαπιστώσει ότι όλες στοχεύουν στη διάβρωση της εμπιστοσύνης. Θα ανακαλύψει, επίσης, ότι όλες αποσκοπούν στην επιβολή διαχωρισμών στην εκπαίδευση, στις γειτονιές, στη δουλειά, στα νοσοκομεία, σε ό,τι τρώμε, στην κατάσταση του σώματός μας, σε ό,τι σκεφτόμαστε, στο μέλλον των παιδιών μας, στο πώς πεθαίνουμε.
Θα αντιληφθεί, τέλος, ότι όλες οδηγούν σε ακραίο ατομικισμό, ο οποίος αποτρέπει να συναισθανόμαστε τις ζωές των άλλων: των ανέργων, των περιθωριοποιημένων, των αστέγων, των υποψήφιων να χάσουν τα σπίτια τους, των εργαζόμενων των 400 ευρώ, των…
Με απλά λόγια, όλες οι παρεμβάσεις μαζί και η κάθε μία ξεχωριστά αποβλέπουν στη διεύρυνση του χάσματος των ευκαιριών που αρχίζει να εντοπίζεται από το νηπιαγωγείο (έρευνα του οικονομολόγου Τζέιμς Χέκμαν διαπιστώνει ότι ένα μεγάλο μέρος του χάσματος στις γνωστικές και μη γνωστικές δεξιότητες μεταξύ των παιδιών από φτωχά σπίτια και εκείνων που προέρχονται από εύπορα σπίτια, είναι παρούσα από τη στιγμή που εισέρχονται στο νηπιαγωγείο) και καταλήγει στο… νεκροταφείο.
Αν και πολλοί επιλέγουν να αναφέρονται σε μεμονωμένες αποφάσεις, η επισκόπησή τους καταδεικνύει ότι τα μέτρα παρουσιάζουν συνοχή, αλληλοσυμπληρώνονται και υποβοηθούνται, ώστε να καταστήσουν την ανισότητα τετελεσμένη και τελεσίδικη.
Πρόκειται για πραγματικότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί με επιθετικούς προσδιορισμούς βραχείας διάρκειας αλλά με περιληπτικά ουσιαστικά, που εμπεριέχουν πλήθος επώδυνων καταστάσεων που εκτείνονται σε ένα άδηλης διάρκειας μέλλον.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
