Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επειτα από περπάτημα λίγων λεπτών, πάνω σ’ ένα χωματόδρομο, βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν μικρό όρμο, τα Φαρά. Αποθέτουμε τα λιγοστά πράγματά μας και τον εαυτό μας σε δυο χοντροκομμένες πευκοσανίδες, οι οποίες μυρίζουν ακόμα ρετσίνι. Η πλάτη μου ακουμπά σ’ ένα σκίνο, τα κλαριά του κρατάνε τον ήλιο κι απ’ τις φυλλωσιές περνά δροσερός, απογευματινός αγέρας του πελάγους· ένα τοπικό μαϊστράλι. Ανάμεσα από τα ανοίγματα των κλαριών περνά η ματιά μου, είναι σαν φυσικά παραθυράκια. Δεξιά το νησί της Γιαλιώτισσας, δηλαδή ένας μεγάλος βράχος αποκομμένος από τη στεριά, που πλέει δυο μέτρα μες στη θάλασσα. Τον θωρώ σαν σκαλοπάτι γίγαντα, των άγνωστων χρόνων της προϊστορίας και εκτός μυθολογίας.

Μπροστά μου ένα ξύλινο βαρκάκι, απ’ αυτά τα παλαιικά, τα τελευταία που αγκαλιάζει η θάλασσα. Μάλλον χωρίς άγκυρα, γιατί το παρασέρνουν τα κύματα και ψαρεύει σαν να κάνει συρτή. Το τιμονεύει ο κυρ Αντώνης, αυτό δείχνει το ανθρώπινο σουλούπι του βαρκάρη. Πού και πού κάνει λίγο κουπί, για να μην πέσει η βάρκα στα βράχια. Πέφτω στη θάλασσα· μπροστά θαλασσόπλακες, σαν να τις τοποθέτησε ένας μάστορας του γιαλού. Ανάμεσά τους χρωματιστά λιτρίδια, ένα ελεύθερο βοτσαλωτό του βυθού, που κάθε τόσο ένας κυματισμός το συνθέτει, δίνοντάς του άλλη μορφή. Ανεβαίνω σε κάθε πλάκα και βουτώ. Κει κάτω συναντώ σπάρους, κακαρέλους, μουρμούρια, κάνουν παιχνιδίσματα, μπαινοβγαίνουν στις σχισμές, σε κοιτάνε κι έρχονται κατά πάνω σου αν μείνεις ακίνητος. Μπορεί να καταλαβαίνουν ότι δεν τα απειλείς. Ισως να σε δέχονται σαν έναν μεγάλο συγγενή τους που ήρθε από τη στεριά και πλέει μαζί τους.

Από το μπες βγες στο νερά νιώθεις σαν ψάρι ηλιοψημένο, καθώς η θάλασσα στεγνώνει πάνω σου. Σ’ αυτό τον γιαλό δεν έχει να ρίξεις νερό στο σώμα σου. Φχαριστιέσαι την ερημιά και την αγριάδα του μικρού όρμου. Οι κολυμβητές μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών. Χαιρετιούμαστε με εγκαρδιότητα, σαν να είμαστε γνώριμοι από παλιά, γιατί μας δένει η ομορφιά που έχουμε μπροστά μας. Είμαστε προσκυνητές ενός φυσιοκρατικού θεού, χωρίς να τον γνωρίζουμε, ίσως γι’ αυτό τον λατρεύουμε μ’ έναν παράξενο τρόπο.

Πιο πάνω, κοντά στην όχθη ενός χείμαρρου, στέκουν δυο ξωκλήσια: ο Αϊ-Γιώργης κι η Παναγιούδα. Κάθε τόσο έρχονται να προσκυνήσουν γυναίκες από τον διπλανό οικισμό. Ανάβουν κεριά, αφήνουν άλλα για παρακαταθήκη, μαζί με λάδι και φιτιλάκια. Στο τέλος συγυρίζουν μέσα κι έξω. Φεύγοντας μιλούν με τους αγίους, υπόσχονται να ξανάρθουν. Αυτή η υπόσχεση κι η αναμονή μάς συνδέει: εμάς τους παραθεριστές, την κυρα-Πελαγία και την κυρα-Μαρίκα των ταπεινών ερημοκλησιών.

 * συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας