Τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο αεροδρόμιο της Καμπούλ σημαίνουν την έναρξη του νέου κύκλου βίας στο Αφγανιστάν. Το «Ισλαμικό Κράτος του Χορασάν» εμφανίστηκε επισήμως ως πρόσθετος δρων στο χάος της οικονομίας του πολέμου. Η πολιτική -η δυτική πολιτική- παραμένει αναλυτής του κύκλου αποσταθεροποίησης, έτοιμη να επαναλάβει τα ίδια λάθη με τον ίδιο τρόπο.
Ο Τζέφρι Σακς, σύμβουλος-οικονομολόγος στην Ελλάδα, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια και πρόεδρος του δικτύου λύσεων βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (διάσημος για το περίφημο «δόγμα του σοκ»), ήταν ειλικρινής: «Δεν πρόκειται για αποτυχία των Δημοκρατικών ή των Ρεπουμπλικανών, αλλά για διαρκή αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας που δείχνει την αδυναμία των πολιτικών των ΗΠΑ να κατανοήσουν τις διαφορετικές κοινωνίες». Δίπλα σε αυτό το στοιχείο η μιντιακή βιομηχανία έχει μετατρέψει την κοινωνική απελπισία σε on line σύγχρονο Κολοσσαίο, αποδίδοντας την επικράτηση των Ταλιμπάν στην εγγενή και διαρκή ανικανότητα και διαφθορά των Αφγανών.
Ολες σχεδόν οι στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ ήταν σχεδιασμένες για να αποτύχουν, όπως δηλώνει ο τίτλος της μελέτης του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών, Τζέιμς Λέμποβιτς («Planning to Fail: The US Wars in Vietnam, Irak and Afghanistan», Oxford University Press, 2019). Στη δεκαετία του 1960 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970 οι ΗΠΑ πολέμησαν σε Ινδοκίνα, Βιετνάμ, Λάος και Καμπότζη και να αποσύρθηκαν με ήττα μετά από χρόνια σφαγής – με τον Δημοκρατικό Λίντον Τζόνσον και τον Ρεπουμπλικανό Ρίτσαρντ Νίξον να μοιράζονται την ευθύνη. Στην ίδια περίοδο, οι δικτατορίες που έστησε η CIA στη Λατινική Αμερική και σε χώρες της Αφρικής άφησαν καταστροφές που κράτησαν δεκαετίες (π.χ. δικτατορία Μομπούτου στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό μετά τη δολοφονία του Λουμούμπα στις αρχές του 1961, χούντα του στρατηγού Πινοσέτ στη Χιλή με την ανατροπή του Αλιέντε το 1973). Στη δεκαετία του 1980, υπό τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, οι ΗΠΑ ρήμαξαν την Κεντρική Αμερική σε πολέμους μεσολάβησης για να αποτρέψουν ή να ανατρέψουν αριστερές κυβερνήσεις.
Από το 1979 η Μέση Ανατολή και η Δυτική Ασία ένιωσαν το φορτίο της ανοησίας και της σκληρότητας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ξεκίνησε το 1979, όταν η κυβέρνηση του προέδρου Τζίμι Κάρτερ εξόπλισε τους Ταλιμπάν ενάντια στο φιλοσοβιετικό καθεστώς, υποκινώντας τη σοβιετική εισβολή, παγιδεύοντας τη Σοβιετική Ενωση σε μια εξουθενωτική σύγκρουση, μετατρέποντας το Αφγανιστάν σε αυτό που έγινε σαράντα χρόνια μετά, σε «χώρα» βίας και αιματοχυσίας. Ο ίδιος κύκλος χάους προκλήθηκε καθώς η κυβέρνηση Ρέιγκαν όπλισε τον Ιρακινό δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν στον πόλεμό του με τη νεοσύστατη Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Ακολούθησε μαζική αιματοχυσία και χημικός πόλεμος με τη στήριξη των ΗΠΑ και τον κύκλο βίας να συνεχίζεται με την εισβολή του Σαντάμ στο Κουβέιτ και τους δύο πολέμους του Κόλπου το 1990 και το 2003.
Ο τελευταίος κύκλος της τραγωδίας στο Αφγανιστάν ξεκίνησε το 2001 μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο Τζορτζ Μπους διέταξε εισβολή υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για την ανατροπή των πρώην συμμάχων των ΗΠΑ, των Ταλιμπάν. Ο Μπαράκ Ομπάμα συνέχισε τον πόλεμο· εργάστηκε για την ανατροπή του Μπασάρ αλ Ασαντ οδηγώντας τη Συρία σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο διαρκείας και διέταξε την ανατροπή του Καντάφι στη Λιβύη, προκαλώντας μια δεκαετία αστάθειας στη χώρα αυτή και στους γείτονές της (συμπεριλαμβανομένου του Μάλι, το οποίο έχει αποσταθεροποιηθεί από εισροές μαχητών και όπλων από τη Λιβύη).
Τι έδειξαν όλα αυτά; Εδειξαν ότι οι οργανωτικές διαδικασίες βίας και η γραφειοκρατική κουλτούρα μπορούν να πλαισιώσουν πολιτικές προκλήσεις, ακόμα και οικονομικές ευκαιρίες, αλλά με ακούσια αποτελέσματα. Επίσης έδειξαν ότι η προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η δύναμη ως μέσο πολιτικής -με διεξαγωγή πολέμου- έχει οργανωτικούς περιορισμούς και παθολογίες που ανατρέπουν κάθε συγχρονισμό στρατιωτικών επεμβάσεων με πολιτικούς στόχους (π.χ. εκδημοκρατισμό).
Εδειξαν, τέλος, ότι η εντυπωσιακή άνοδος της συνολικής ευημερίας της ανθρωπότητας τους τελευταίους δυόμισι αιώνες συνοδεύτηκε από μια εξίσου εντυπωσιακή διεύρυνση της ανισότητας μεταξύ των χωρών. Το Αφγανιστάν είναι μια τέτοια περίπτωση. Και είναι δύσκολο να το κατανοήσουμε γιατί κρίνουμε τα πάντα με τα δικά μας μέτρα για την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία και την αρχή της αυτοδιάθεσης. Τα κρίνουμε μάλιστα με όρους της βεστφαλικής αντίληψης για το κράτος -πράγμα που δεν υφίσταται στην πολυφυλετική, πολυεθνοτική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική πραγματικότητα μιας περιοχής όπως το Αφγανιστάν, στο οποίο τα διαμελιστικά, αποσχιστικά και άρα συγκρουσιακά αποτελέσματα είναι ισχυρότερα των πλεονεκτημάτων μιας έωλης «εθνικής-κρατικής» ταυτότητας- και της ενδεχόμενης κατάκτησης μιας «αυτοδιάθεσης» αλλά μόνο στην αποικιακή εκδοχή της.
