Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

χοὴν χεόμην πᾶσιν νεκύεσσι: Χοές πρόσφερα σ` όλους τους νεκρούς

Κείμενο, περίληψη, σχόλια.

Το πλοίο ετοιμάσαμε κουπιά, πανιά, κατάρτια πήραμε και τα ζωντανά που έφερε η Κίρκη, και τα πανιά ανοίξαμε με δάκρυα στα μάτια. Η Κίρκη πρόσταξε άνεμος, ούριος να μας σπρώχνει, και να φουσκώνει τα πανιά για γρήγορο ταξίδι. Το πλοίο μας το όμορφο αρμένιζε όλη μέρα, με φουσκωμένα τα πανιά στα κύματα πετούσε. Στο τέλειωμα των θαλασσών στην άκρια του κόσμου στον σεβαστό Ωκεανό φτάσαμε αργά το βράδυ σε τόπο μαυροσκότεινο στη γη των Κιμμερίων.

Σ` αυτή τη χώρα την ψυχρή ο ήλιος δε διαβαίνει γι` αυτό είν` όλα σκοτεινά και μοιάζουνε θλιμμένα. Φτάσαμε και περάσαμε τ` Ωκεανού το ρέμα, στη άκρη- άκρη, στ` όριο πάνω και κάτω κόσμου.  Στον τόπο πια βρεθήκαμε που `χε υποδείξει η Κίρκη. Με το αλύγιστο σπαθί, τον πιο πιστό μου φίλο, σκάβω στο χώμα που πατώ, για τη θυσία λάκκο. Με τις Χοές ξεκίνησα της Γαίας της μητέρας και τις πολλές θεότητες που μέσα της κρατάει και οι θνητοί τις σέβονται και χθόνιες τις λένε. Η Γη έχει στα σπλάχνα της όλους τους πεθαμένους που χαίρονται με τις χοές των ζωντανών ανθρώπων. Μέλι και γάλα πρόσφερα γλυκό κρασί και ύδωρ και με αλεύρι ράντισα τον λάκκο γύρω- γύρω. Πολλά ταξίματα έκανα, εκεί στο λάκκο πάνω. Έταξα κι υποσχέθηκα σαν φτάσω στην Ιθάκη, θυσίες να προσφέρω εγώ σ` όλους τους αθανάτους, τους παντοδύναμους θεούς που κυβερνούν τον κόσμο.

Σαν τέλειωσα με τις ευχές και τα ταξίματα μου, πήρα τα` αρνιά που μου `δωσε η μάγισσα η Κίρκη και μες στο λάκκο τα σφαξα. Το αίμα τρέχει ποταμός, το σκάμμα το γεμίζει, κι αμέσως το κατάλαβαν από τον κάτω κόσμο κι ο τόπος γέμισε ψυχές που άναρθρα αλαλάζουν. Τρόμος και φόβος με πιασε με τις στριγκές φωνές τους, δικαίωση γυρεύανε οι αδικοχαμένοι. Πρόσταξα τους συντρόφους μου να γδάρουν τα σφαγμένα, θυσία να προσφέρουμε στους δυο θεούς του Άδη. Στον Πλούτωνα που κυβερνά όλον τον κάτω κόσμο και στην πανέμορφη θεά την Κόρη Περσεφόνη που ο Πλούτωνας την έκλεψε απ` τον απάνω κόσμο. Πρώτα η ψυχή του Ελπήνορα έφτασε του συντρόφου, που άκλαυτος και άθαφτος βρισκόταν πεθαμένος στης Κίρκης τα ανάκτορα εις το νησί της Αίας. Η πονεμένη του ψυχή δεν βρήκε ησυχία γιατί κειτόταν άθαφτος στης Κίρκης το παλάτι. Απ` την ταράτσα έπεσε τύφλα απ` το μεθύσι κι εκεί στον τόπο έμεινε. Εμείς με βία τρέχαμε, μας πλάκωνε η ανάγκη, να φύγουμε απ` το νησί της Κίρκης επιτέλους και τον καλό μας σύντροφο ξεχάσαμε στην Αία.

Τώρα λυπητερά η ψυχή του άτυχου συντρόφου με σπαραγμό μου ζήτησε να πράξω αυτά που πρέπει, αυτά που κάνουν στους νεκρούς που παν στον κάτω κόσμο. Εγώ του υποσχέθηκα όσα ζητά η ψυχή του να πράξω για τη μνήμη του όλοι να τον θυμούνται. Αντίκλεια τη λέγανε τη λατρευτή μου μάνα που ζούσε όταν έφυγα στην Τροία για να πάω. Και να την τώρα εδώ μπροστά ήλθε να μ` ανταμώσει. Την είδα εγώ και δάκρυσα, και μάτωσε η καρδιά μου, όμως δεν της επέτρεψα το αίμα να ζυγώσει, όσο πολύ κι αν ήθελα να `ρθει ν` αγκαλιαστούμε. Έπρεπε πρώτα να ιδώ τον μάντη Τειρεσία κατά πως μου `πε η θεά η μάγισσα η Κίρκη. Έφτασε αμέσως η ψυχή του μάντη Τειρεσία που κράταγε χρυσό ραβδί της δύναμης του σκήπτρο.

–Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτροπε Οδυσσέα, τι θες εδώ στους σκοτεινούς κι ανήλιαγους μας τόπους; Βάλε στη θήκη το σπαθί να πιω λιγάκι αίμα από το λάκκο που άνοιξες τα ζώα για να σφάξεις. Αφού το αίμα εγώ θα πιω ρώτα με ότι θέλεις και εγώ από σένα τίποτα δεν πρόκειται να κρύψω. Τους δρόμους τους θαλασσινούς όλους θα σου τους δείξω να φτάσεις με ασφάλεια στην όμορφη Ιθάκη. Μάθε Οδυσσέα πως ποτέ ο Σείστης Ποσειδώνας δεν θα ξεχάσει πως εσύ ετύφλωσες το γιο του τον Κύκλωπα Πολύφημο, τον δόλιο ανθρωποφάγο. Βάσανα θα περάσετε απ` την οργή την θεία, όμως θα το αξιωθείς να φτάσεις στην Ιθάκη. Στην άκρη εδώ που έφτασες άλλο να πας δεν έχει γι` αυτό ξεκίνα από εδώ το ποθητό ταξίδι που θα σε φέρει εκεί που θες στη λατρευτή Ιθάκη. Σαν φτάσετε στο όμορφο νησί της Θρινακίας, με τους χρωματιστούς γιαλούς, τα ρόδινα ακρογιάλια θα δείτε πρόβατα πολλά, καλοθρεμμένα βόδια να βόσκουνε αφύλακτα στου Ήλιου τα λιβάδια. Τα ζώα μην πειράξετε ανήκουνε στον Ήλιο που παντεπόπτης βρίσκεται σ` όλα της γης τα πλάτη.

Ότι στον κόσμο κι αν συμβεί ο Ήλιος το γνωρίζει γιατί δε μένει τίποτα κρυφό από τον Ήλιο. Μη σας τυφλώσει η πείνα σας και σφάξετε τα ζώα γιατί πολλά θα πάθετε πριν πάτε στην πατρίδα. Τα ζώα αν πειράξετε προβλέπω τον χαμό σας και μόνο εσύ παντέρημος γυμνός και λαβωμένος θα ξεβραστείς σ` ένα νησί και θα επιβιώσεις. Και από το νησί αυτό μ` ένα δικό τους πλοίο στο Θιάκι θα σε στείλουνε. Πολλά τα βάσανα κι εκεί στην ιδική σου Ιθάκη αφού μνηστήρες άδικοι, κακοί και δολοπλόκοι τα πλούτη σου ξοδεύουνε και την πιστή κυρά σου την Πηνελόπη την καλή ζητάνε αυτοί για γάμο. Είναι γραφτό εσύ αυτούς όλους να τους ξεκάμεις. Αφού τελειώσεις με αυτούς τους αναιδείς μνηστήρες πάρε στον ώμο ένα κουπί κι όλους τους τόπους γύρνα μέχρι να φτάσεις σε λαούς που θάλασσα δεν έχουν. Όταν θα σε ρωτήσουνε τι είναι αυτό το ξύλο εκεί να μπήξεις το κουπί κι εκεί στην ίδια θέση στον Ποσειδώνα πρόσφερε χωρίς φειδώ θυσίες. Αφού τελειώσεις με αυτά γύρισε στην Ιθάκη. Πάλι θυσίες πρόσφερε σ` όλους τους αθανάτους τους παντοδύναμους θεούς που όλα τα γνωρίζουν. Μετά απ` αυτά ω! θεϊκέ ατρόμητε Οδυσσέα θα ζήσεις ήσυχη ζωή στην όμορφη Ιθάκη με φίλους κι οικογένεια μέχρι να σωγεράσεις.

Αυτά εκμυστηρεύτηκε σε μένα ο Τειρεσίας εκεί στο λάκκο που `χυσα το αίμα των προβάτων. Έπειτα ήρθε η μάνα μου κι αφού το αίμα ήπιε φωνή απέκτησε ξανά και μου `πε δακρυσμένη: Γιε μου, Οδυσσέα μου καλέ καμάρι της ζωής μου τι σε πιασε και άφησες των ζωντανών τον κόσμο που τον φωτίζει ο λαμπρός ο ζωοδότης ήλιος κι ήλθες εδώ στο έρεβος στη σκοτεινιά του Άδη;

-Μάνα ανάγκη με φερε στου Άδη τα σκοτάδια και όπως ξέρεις ανίκητη ειν` η στυγνή ανάγκη. Η Κίρκη με συμβούλεψε να `ρθω εδώ στον Άδη και να ρωτήσω τον σοφό τον μάντη Τειρεσία πως θα μπορέσω απρόσκοπτα να φτάσω στην Ιθάκη. Ρώτησα τη μητέρα μου για τον δικό μου κύρη που σύζυγος της ήτανε ο θαυμαστός Λαέρτης, για το παιδί μου ρώτησα που μόνο μεγαλώνει, χωρίς φροντίδα πατρική, τη μάνα ακόμα ρώτησα για την καλή κυρά μου την Πηνελόπη που πολύ την έχω πεθυμήσει. Για όλα μου απάντησε η σεβαστή μου μάνα με λόγο ολοζώντανο κι ας είναι πεθαμένη.

-Μάνα εσύ πως πέθανες και ήσουν τόσο νέα, αρρώστησες εσύ βαριά και έχασες τη ζωή σου ή με τα βέλη η Άρτεμις σε έστειλε στον Άδη;

-Γιέ μου εμένα μ` έφαγε η έγνοια η δική σου, η μαύρη στενοχώρια μου που ήσουν μακριά μου, και που δεν είχα νέα σου αυτά τα μαύρα χρόνια. Μου λειψες Οδυσσέα μου, μαράζωσε η καρδιά μου, στερήθηκα τις γνώσεις σου και το χαμόγελο σου, την καθαρή σου την καρδιά και τη σοφή σου γνώμη.

Μες στην καρδιά μου και στο νου φούντωνε η λαχτάρα να αγκαλιάσω εγώ σφικτά τη σεβαστή μου μάνα. Όρμησα τότε τρεις φορές να την σφιχταγκαλιάσω και τρεις φορές μου ξέφευγε σαν όνειρο σαν ίσκιος. Μαύρισε η έρημη καρδιά κι αμέσως τη ρωτάω: Μάνα μου και μητέρα μου, ολό γλυκιά μου μάνα, γιατί μανούλα μου καλή στα χέρια δε σε νιώθω και χάνεσαι και δε μπορώ σφικτά να σ` αγκαλιάσω; Είδωλο είσαι, αερικό ή μια σκιά ονείρου; Έλα μητέρα μου καλή και σεβαστή μου μάνα, έλα στην άδεια μου αγκαλιά να νιώσω την αγάπη, να νιώσω και τη ζεστασιά της μητρικής σου αγκάλης και θρήνο να αρχίσουμε για τα πολλά μας πάθη.

-Γιε μου αγαπημένε μου, μονάκριβε Οδυσσέα αυτή είναί καμάρι μου η μοίρα των ανθρώπων. Σαν θα τους εύρη ο θάνατος χάνουν την ύλη πούχουν γιατί η ψυχή είν` άυλη και τόπο αυτή δεν πιάνει.

Αυτά τα λόγια είπαμε με την καλή μου μάνα, που ο άμοιρος δε μπόρεσα να την σφιχταγκαλιάσω. Σαν έφυγε η μάνα μου έστειλε η Περσεφόνη πολλές γυναίκες διάσημες στον κόσμο ξακουσμένες. Εδώ στο λάκκο φτάσανε που τέλεσα θυσία ζητήσανε το μελανό το αίμα να γευτούνε για να μιλήσουνε κι αυτές για τη ζωή που είχαν. Με τη σειρά ερχότανε μόνη η κάθε μία και μου έλεγε το όνομα, το γένος και τον τόπο και ότι άλλο νόμιζε για τη μικρή ζωή της. Πρώτη απ` όλες έφτασε του Σαλμωνέα η κόρη η ομορφότατη Τηρώ που η τόση ομορφιά της τον Ποσειδώνα πλάνεψε και πλάγιασε μαζί της. Δίδυμους κούρους γέννησε η Τηρώ του Ποσειδώνα, που βασιλιάδες γίνανε άξιοι κυβερνήτες. Ο ένας εβασίλεψε στην Πύλο τη σπουδαία κι ο άλλος εις την Ιωλκό που όλοι την θαυμάζουν. Είδα την κόρη του Ασωπού την καλλονή Αντιόπη, που ο Δίας πολύ πόθησε την τόση ομορφιά της, κι απέκτησαν δύο παιδιά που στέριωσαν την Θήβα με τείχη απροσμάχητα και τις εφτά τις πύλες. Ζήθο και Αμφίονα λέγανε τους διδύμους τους κούρους τους πεντάμορφους του τόπου τους καμάρι. Μετά εμπρός μου στάθηκε η λαμπερή Αλκμήνη γυναίκα του Αμφιτρύωνα που τον τιμάνε όλοι. Ο Δίας πολύ πόθησε τα κάλλη της Αλκμήνης, και με αυτήν απέκτησε τον Ηρακλή τον μέγα, που δεν φοβήθηκε ποτέ, ανθρώπους ή θηρία. Μπροστά μου εμφανίστηκε ζητώντας σκούρο αίμα και η Μεγάρη του τρανού Κρέοντα η θυγατέρα. Είδα και του Οιδίποδα τη σύζυγο και μάνα την Επικάστη που άθελα και δίχως να γνωρίζει το γιο της άντρα έκανε και κάνανε και τέκνα. Η Επικάστη έμαθε για την κακή της μοίρα και με θηλιά κρεμάστηκε απ` την ψηλή της στέγη. Τη Χλώρη την πεντάμορφη γυναίκα του Νηλέα, αυτήν αντίκρισα μετά στο ματωμένο λάκκο που τη θυσία τέλεσα με τη σφαγή των ζώων. Η Λήδα έφτασε μετά στο μελανό το αίμα και την ψυχή της πότισε, λίγο να μου μιλήσει. Η Λήδα η πεντάμορφη έκανε με τον Δία τους δίδυμους ισόθεους που όλοι τους τιμούνε κι όλοι τους γνωρίζουνε κι όλοι τους προσκυνάνε γιατί `ναι κούροι του Διός, Διόσκουρους τους λένε ο ένας είναι ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης ο άλλος. Η Περσεφόνη η θεά που τις ψυχές ορίζει, μια ηρεμία στάλαξε στην κάθε μια ψυχούλα που ήλθαν και μιλήσαμε και μου `παν τα δικά τους. Η κάθε μια απ` τις ψυχές που εγώ είχα μιλήσει διάβηκε και ησύχασε σ` ένα δικό της κόσμο σε χρόνο άγνωστο σε μας, γνωστό στους πεθαμένους. Η Περσεφόνη η θεά που τις ψυχές ορίζει έστειλε όλες τις ψυχές που μίλησαν μαζί μου την κάθε μια στον τόπο της σ` ένα γαλήνιο κόσμο που χρόνος δεν υφίσταται.

Ο Αγαμέμνονας μετά ο αδικοσκοτωμένος ήλθε στο θυσιαστήριο αίμα να δοκιμάσει δυο λέξεις ν` ανταλλάξουμε για περασμένα χρόνια. Μου είπε πως ο Αίγισθος τον σκότωσε με δόλο μαζί με τη γυναίκα του την ψεύτρα Κλυταιμνήστρα. Δίπλα του κείτονταν νεκρή η κόρη του Πριάμου που απ` την Τροία έφερε: Η όμορφη Κασσάνδρα. Η Κλυταιμνήστρα σύντροφε, πολύτροπε Οδυσσέα έδειξε ακόμα μια φορά πως η γυναίκα είναι, το πιο αδίστακτο θεριό πάνω σ` αυτόν τον κόσμο. Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα, ούτε να της εμπιστευτείς τα μυστικά σου όλα

άλλες κουβέντες να της λες κι άλλα στο νου σου νάχεις.

Εσύ Οδυσσέα φάνηκες άντρας ευλογημένος γιατί η δική σου σύντροφος η άξια Πηνελόπη είναι στον κόσμο σεβαστή και πολυτιμημένη μάνα λαμπρή και σύζυγος, αρχόντισσα σε όλα. Αυτά τα λόγια λέγαμε εγώ κι ο Αγαμέμνων και είμαστε στενάχωρα στα δάκρυα βουτηγμένοι. Ήρθε κατόπιν η ψυχή του ξακουστού Αχιλλέα με του Πατρόκλου την ψυχή και του καλού Αντιλόχου και του μεγάλου Αίαντα του φημισμένου άντρα, που φόβο δεν λογάριαζε σαν έμπαινε στη μάχη. Ο Αχιλλέας ο τρανός ο ήρως των ηρώων με απορία ρώτησε τι άλλο θα πετύχω αφού στον Άδη έφτασα χωρίς να `χω πεθάνει.

-Εδώ στον Άδη έφτασα τον δρόμο μου να μάθω, για να γυρίσω σπίτι μου στην ποθητή Ιθάκη. Ο Τειρεσίας θα μου πει για τη σωστή πορεία και πως, οι αθάνατοι θεοί, θα πάψουν την οργή τους. Μα σαν εσένα άλλος κανείς δε βρέθηκε, Αχιλλέα, στον κόσμο πιο καλότυχος, ούτε ποτέ θα γίνει. Γιατί σαν ήσουν ζωντανός θεό σε λογαριάζαν, και τώρα που `σαι πια νεκρός πρώτος στον Άδη είσαι.

-Παλιέ μου σύντροφε καλέ ατρόμητε Οδυσσέα δε θέλω τίποτα να πεις για αυτόν τον σκούρο τόπο κι ας με λογιάζουν βασιλιά όλων των πεθαμένων. Γιατί να ξέρεις φίλε μου πολύτροπε Οδυσσέα, πως προτιμώ στη γη να ζω αγρότης δουλευτάρης, σ` ένα φτωχό αφεντικό, χωρίς περιουσία, παρά να βρίσκομαι εδώ στον Άδη βασιλέας. Πες μου Οδυσσέα μου σοφέ τι κάνει το παιδί μου, πρώτος στη μάχη εφορμά ή πίσω κοντοστέκει; Πες μου για τον πατέρα μου τον άρχοντα Πηλέα τους Μυρμιδόνες κυβερνά ή έχει δυσκολίες και πια εγώ δεν είμαι εκεί όλα να τα φροντίσω;

– Για τον καλό πατέρα σου τον γέροντα Πηλέα δεν ξέρω τίποτα να πω, όμως για το παιδί σου τον μέγα Νεοπτόλεμο περίσσια έχω νέα. Εγώ ο ίδιος έφυγα με το γοργό καράβι κι έφτασα στ` όμορφο νησί, την ξακουσμένη Σκύρο, που ζούσε ο Νεοπτόλεμος, το λατρευτό παιδί σου. Στην Τροία πήγαμε μαζί κι αμέσως διεκρίθη σε κάθε μάχη ατρόμητος, σωστός και θαρραλέος αλλά και επιτελικός σε κάθε σύσκεψη μας. Πρώτος μιλούσε άφοβα σ` όλες τις συνελεύσεις και πάντα έλεγε σωστά και μετρημένα λόγια, όπως εγώ κι ο Νέστορας ο βασιλιάς της Πύλου. Κι όταν τα όπλα αστράφτανε στον Τρωικό τον κάμπο, πίσω δεν έμενε, ποτέ, τη μάχη να σπουδάζει, αλλά μπροστά χυνότανε με δύναμη και πάθος και μ` ασυγκράτητη ορμή. Ο γιος σου ήτανε παρών μέσα στο Δούρειο Ίππο στο τέχνασμα που σκάρωσα ν` αλώσουμε την Τροία. Ο γιος σου Αχιλλέα μου έφυγε από την Τροία με τη χαρά του νικητή χωρίς πληγή καμία, μονάχα με τη δόξα του, και με τα λάφυρα του.

Χαρά μεγάλη έλαβε ο μέγας Αχιλλέας που για το γιο του άκουσε τα τιμημένα λόγια.

Πολλές ψυχές πλησίασαν σε μένα να μιλήσουν, μόνο του Αίαντα η ψυχή του γιου του Τελαμώνα, στεκότανε παράμερα γιατί δε συγχωρούσε, που πήρα εγώ τ` ανίκητα όπλα του Αχιλλέα, ενώ αυτός τα ήθελε, μ` αυτά να πολεμάει, και να τιμά τον φίλο του τον θεϊκό Αχιλλέα. Ακόμα φάνηκε η ψυχή του Μίνωα της Κρήτης που, σκήπτρο είχε βασιλιά, κι εδώ στον κάτω κόσμο, γιατί ήτανε κριτής νεκρών. Είδα και τον Ωρίωνα, τον Τιτυό τον μέγα, τον Τάνταλο το δύστυχο μες στο μαρτύριο του, νερό να μη μπορεί να πιει και φρούτα να μαζέψει, γιατί ποτέ δεν έφτανε τα μυρωδάτα μήλα, σύκα, αχλάδια δροσερά και ρόδια σαν το μέλι. Αντίκρισα τον Σίσυφο το βράχο του να σπρώχνει, με όλη του τη δύναμη κατάκορφα να φτάσει, και μόλις τα κατάφερνε στην κορυφή ν` ανέβει, ο βράχος κάτω κύλαγε κι απ` την αρχή τα ίδια, κι αυτό δεν τέλειωνε ποτέ. Τον Ηρακλή συνάντησα που όλοι τον θαυμάζουν κι αυτός σε μένα θύμισε πως είχε εδώ ξανάρθει να κάνει έναν άθλο του, τον Κέρβερο να πάρει.

Αυτά είδα και άκουσα στο μαύρο κάτω κόσμο. Έπειτα ανεβήκαμε στο πλοίο μας απάνω κωπηλατώντας στην αρχή κι ύστερα με αέρα που τα πανιά μας φούσκωνε προς τον απάνω κόσμο που διαβιούν οι ζωντανοί τη σύντομη ζωή τους.

Περίληψη Ραψωδίας λ`.

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι διαβαίνουν με το γρήγορο πλοίο τους τον απάνω κόσμο, όπως τους είχε δασκαλέψει η Κίρκη, η οποία φρόντισε για ένα καλό ταξίδι με ούριο άνεμο. Φτάνουν έτσι στα σύνορα του κάτω κόσμου στο τέλος του Ωκεανού. Ο Οδυσσέας εκεί μπροστά, στις πύλες του κάτω κόσμου, σκάβει με το σπαθί του ένα μεγάλο λάκκο- θυσιαστήριο και εκεί, αφού κάνει πρώτα χοές για τους νεκρούς με γάλα, μέλι, κρασί, νερό και αλεύρι προχωρά στη θυσία των προβάτων που του είχε δώσει η Κίρκη. Γεμίζει το λάκκο με το αίμα των ζώων και αυτό το ζεστό, μελανό αίμα κινητοποιεί αμέσως τις ψυχές που φτάνουν σαν σκοτεινό σύννεφο τρομοκρατώντας τον Οδυσσέα που τραβά το σπαθί του να επιβάλει την τάξη.

Η ψυχή του μάντη Τειρεσία λέει στον Οδυσσέα ότι ο Ποσειδώνας είναι οργισμένος μαζί του γιατί τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο. Του λέει όμως ότι θα σωθεί τελικά, θα τιμωρήσει τους μνηστήρες και θα έχει ήρεμο τέλος, πλήρης ημερών. Οι σύντροφοι που του απέμειναν θα σωθούν κι αυτοί, αν δεν πειράξουν τις ιερές αγελάδες του Ήλιου που θα βρουν στο δρόμο της επιστροφής. Έπειτα εμφανίζεται η ψυχή της μητέρας του και ο Οδυσσέας συντρίβεται που δεν μπορεί να την αγκαλιάσει σφικτά αφού δεν έχει ύλη ως ψυχή. Στη συνέχεια εμφανίζονται κι άλλες διάσημες γυναίκες, όπως η Τηρώ, η Αντιόπη, η Αλκμήνη, η Μεγάρη, η Επικάστη (=Ιοκάστη), η Χλώρη, η Λήδα, η Αριάδνη. ..Έρχονται μετά οι ψυχές των ανδρών. Ο Αγαμέμνων ομιλεί στον Οδυσσέα για το φρικτό του θάνατο. Ο Αχιλλέας του λέει ότι θα προτιμούσε να είναι δούλος του πιο φτωχού αγρότη, παρά βασιλιάς των ψυχών στον Άδη. Εμφανίζονται επίσης οι ψυχές του Αίαντα, του Μίνωα, και οι ψυχές του Τάνταλου, του Σίσυφου και του Ηρακλή. Ακολουθεί η επιβίβαση του Οδυσσέα και των συντρόφων του στο πλοίο και η πορεία τους προς τον κόσμο των ζωντανών.

χοὴν χεόμην πᾶσιν νεκύεσσι.

Όταν φτάνει ο Οδυσσέας στα όρια του Άδη ανοίγει ένα λάκκο στο χώμα και προσφέρει χοές στους νεκρούς.

βόθρον ὄρυξ’ ὅσσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα,

ἀμφ’ αὐτῷ δὲ χοὴν χεόμην πᾶσιν νεκύεσσι,

πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέϊ οἴνῳ,

τὸ τρίτον αὖθ’ ὕδατι· ἐπὶ δ’ ἄλφιτα λευκὰ πάλυνον.

πολλὰ δὲ γουνούμην νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα λ` 25-29.

λάκκο μιαν πήχην έσκαψα του μάκρου και του πλάτου,

κι έχυσα γύρω αυτού χοές όλων των πεθαμένων.

και ως έβαλα μελίκρατο, κρασί γλυκό, και τρίτα

νερό, και τα πασπάλισα με λευκι αλεύρι επάνω,

τες άδειες κάρες των νεκρών θερμά παρακαλώντας. Μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη.

πρώτη δὲ ψυχὴ Ἐλπήνορος ἦλθεν ἑταίρου·

οὐ γάρ πω ἐτέθαπτο ὑπὸ χθονὸς εὐρυοδείης·

σῶμα γὰρ ἐν Κίρκης μεγάρῳ κατελείπομεν ἡμεῖς

ἄκλαυτον καὶ ἄθαπτον, ἐπεὶ πόνος ἄλλος ἔπειγε.

τὸν μὲν ἐγὼ δάκρυσα ἰδὼν ἐλέησά τε θυμῷ

καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδων· λ` 51-56.

Και του συντρόφου μου η ψυχή, του Ελπήνορα, ήλθε πρώτη·

ότι δεν είχε αυτός ταφεί στης γης τα σπλάχν’ ακόμη.

το σώμ’ αφήσαμεν εμείς στα μέγαρα της Κίρκης,

άκλαυτον, άθαπτο, επειδή μας έβιαζ’ άλλη ανάγκη.

άμα τον είδα εδάκρυσα κι επόνεσε η ψυχή μου,

κι ευθύς τον επροσφώνησα με λόγια πτερωμένα·

Μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη.

Ο Ελπήνορας ήταν σύντροφος του Οδυσσέα που επέζησε του Τρωικού Πολέμου και πήρε το δρόμο της επιστροφής με τον Οδυσσέα και τους άλλους συντρόφους. Μεταμορφώθηκε από την Κίρκη σε γουρούνι, αλλά με τα τεχνάσματα του Οδυσσέα αναγκάστηκε η Κίρκη να τον ξανακάνει άνθρωπο μαζί με τους άλλους συντρόφους που είχαν γίνει χοίροι. Την παραμονή της αναχωρήσεώς τους από το νησί της μάγισσας Κίρκης, όταν όλοι μαζεύτηκαν σε πλούσιο τραπέζι, ο Ελπήνορας, μέθυσε πολύ και αποκοιμήθηκε σε μια ταράτσα του ανακτόρου της Κίρκης. Το πρωί, όταν τον φώναξαν για να φύγουν, εκείνος ξύπνησε απότομα, και ξεχνώντας ότι κοιμόταν στην ταράτσα, έπεσε κάτω από ψηλά και σκοτώθηκε. Ο Οδυσσέας που βιαζόταν να φύγει άρον- άρον, δικαιολογήθηκε στην ψυχή του αδικοχαμένου Ελπήνορα: Το σώμα σου αφήσαμε στα μέγαρα της Κίρκης άκλαυτο και άθαφτο επειδή μας πίεζε μεγάλη Ανάγκη. Ο Οδυσσέας συνάντησε πρώτη- πρώτη την ψυχή του παραπονεμένου Ελπήνορα όταν επισκέφθηκε τον Άδη, Εκεί ο Ελπήνορας του υπενθύμισε ότι του όφειλε μια κανονική ταφή. Ο Οδυσσέας υποσχέθηκε στην ψυχή του Ελπήνορα ότι θα κάψει το σώμα του και θα ενταφιάσει την τέφρα και την πανοπλία του και για σήμα θα στήσει το κουπί με το οποίο κωπηλατούσε ο άτυχος Ελπήνωρ.

-Λογοτεχνία και ο Ελπήνωρ.

Ο άτυχος Ελπήνωρ, που η ψυχή του ζητά από τον Οδυσσέα ενταφιασμό του άθαπτου και άκλαυτου σώματος του, αναφέρεται από πολλούς λογοτέχνες: Τζέϊμς Τζόϊς, Ζαν Ζιρωντού, Έζρα Πάουντ, Γιώργο Σεφέρη, Τάκη Σινόπουλο..

-Η απερίσκεπτη συμπεριφορά των συντρόφων του Οδυσσέα.

Πολλές φορές η απερίσκεπτη συμπεριφορά των συντρόφων του Οδυσσέα οδήγησε στην ακύρωση των σχεδίων του. Σταδιακά με τις επιπόλαιες πράξεις τους χάθηκαν όλοι οι σύντροφοι και απομακρυνόταν συνεχώς το νόστιμον ήμαρ η ημέρα της παλιννόστησης.

Ο θάνατος του Ελπήνορα από δυστύχημα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα και επιστέγασμα της απερίσκεπτης συμπεριφοράς των συντρόφων του Οδυσσέα σε όλο το έπος, συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με την παροιμιώδη εξυπνάδα και τα επιτελικά σχέδια και στρατηγήματα του ίδιου του Οδυσσέα που έτσι τονίζονται περισσότερο.

– Η γυναίκα είναι, το πιο αδίστακτο θεριό πάνω σ` αυτόν τον κόσμο.

ὣς οὐκ αἰνότερον καὶ κύντερον ἄλλο γυναικός,

ἥ τις δὴ τοιαῦτα μετὰ φρεσὶν ἔργα βάληται· 427-428.

Η Κλυταιμνήστρα σύντροφε, πολύτροπε Οδυσσέα έδειξε ακόμα μια φορά πως η γυναίκα είναι, το πιο αδίστακτο θεριό πάνω σ` αυτόν τον κόσμο. 427-428

Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα, ούτε να της εμπιστευτείς τα μυστικά σου όλα

άλλες κουβέντες να της λες κι άλλα στο νου σου νάχεις. 441-443.

-Κάλλιο αγρότης δουλευτής παρά στον Άδη αφέντης.

Αυτό λέει ο Αχιλλέας στον Οδυσσέα για τα ύψιστα αξιώματα που κατέχει στον κάτω κόσμο. Θα προτιμούσε να σκάβει τη γη δουλεύοντας σε φτωχό αγρότη παρά να είναι στον Άδη βασιλιάς.

Επίσης τον ρωτά για τον γιο του τον Νεοπτόλεμο αν ορμά με θάρρος στη μάχη ή μένει πίσω.

«μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Ὀδυσσεῦ.

βουλοίμην κ’ ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ,

ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,λ 490

ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν.

ἀλλ’ ἄγε μοι τοῦ παιδὸς ἀγαυοῦ μῦθον ἐνίσπες,

ἢ ἕπετ’ ἐς πόλεμον πρόμος ἔμμεναι ἦε καὶ οὐκί.λ` 488- 493.

μη θέλεις για τον θάνατον να με παρηγορήσεις·

χωρικός να ‘μουν ήθελα και να ξενοδουλεύω

άνδρα πτωχόν, που κτήματα μεγάλα να μην έχει,

παρά εις όλους τους νεκρούς εγώ να βασιλεύω.

αλλ’ έλα για τον ένδοξον υιόν μου ειπέ μου τώρα,

αν προμαχεί στον πόλεμον ή οπίσω μένει εκείνος·

Μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη.

1*.Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στη μνήμη του αλησμόνητου δασκάλου μου Χαράλαμπου Μπούρα.