Πόσο κοστίζει το γέλιο ενός πολιτικού με φόντο εικόνες πρωτοφανούς καταστροφής και μάλιστα στην κορύφωση της προεκλογικής εκστρατείας;
Οι πιο πρόσφατες προεκλογικές δημοσκοπήσεις στη Γερμανία φέρουν την CDU-CSU με ποσοστό 27% να έχει κατοχυρώσει προβάδισμα ασφαλείας περίπου δέκα μονάδων από τους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες οι οποίοι με ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 17% και 18% διαγκωνίζονται για τη δεύτερη θέση.
Την ίδια στιγμή ο Χριστιανοδημοκράτης υποψήφιος για την καγκελαρία εμφανίζει ποσοστό αποδοχής της τάξης του 13%, μια δημοσκοπική καθίζηση που ερμηνεύεται ως συνέπεια της αποτύπωσης του γέλιου του από την τηλεοπτική κάμερα.
Είναι έτσι όμως τα πράγματα ή το δημοσκοπικό ναδίρ του Λάσετ είναι η κορυφή του παγόβουνου μιας γενικευμένης αβεβαιότητας που επιφυλάσσει δύσκολες ώρες για τους δημοσκόπους το βράδυ της Κυριακής 26.9;
Υπάρχει περίπτωση μείωσης του προβαδίσματος των Χριστιανοδημοκρατών και πολύ περισσότερο πρωτιάς των Πρασίνων;
Μόλις πριν από δύο-τρεις μήνες οι Πράσινοι κατέγραφαν σχεδόν δημοσκοπική ισοψηφία με τους Χριστιανοδημοκράτες.
Αυτό που δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί δεδομένη σταθερά της πολιτικής σκηνής στο Βερολίνο είναι το κατά πόσον αρκεί ο συνασπισμός δύο κομμάτων για τη διασφάλιση της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας.
Την επαύριον της εκλογικής αναμέτρησης του Σεπτεμβρίου του 2017 κατ’ αρχάς αναζητήθηκε η συγκρότηση τρικομματικής κυβέρνησης Χριστιανοδημοκρατών, Πράσινων και Φιλελεύθερων, μια λύση που τορπιλίστηκε στο παρά πέντε από τον ηγέτη των τελευταίων.
Σήμερα, με τους Φιλελεύθερους να πιέζουν τους Χριστιανοδημοκράτες για εδώ και τώρα επιστροφή στη μόνιμη δημοσιονομική περιοριστική πολιτική και τους Πράσινους να έχουν ταχθεί υπέρ των αυξημένων δημόσιων δαπανών σε βάθος δεκαετίας, εύλογα τίθεται το ερώτημα σε ποιον κοινό παρονομαστή θα συγκυβερνήσουν τα τρία κόμματα.
Ενα είναι βέβαιο, ότι το μεταπολεμικό δικομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας με ένα κόμμα-μπαλαντέρ που έγινε στη συνέχεια τρικομματικό και εξακομματικό εξακολουθεί να έχει μια δυναμική περαιτέρω κατακερματισμού.
Μακρόσυρτες μετεκλογικές διαπραγματεύσεις, πρόωρες εκλογές πριν λήξει η τετραετία και βραχύβιοι κυβερνητικοί συνασπισμοί είναι πλέον νομιμοποιημένες από την καταγραφή των τάσεων του εκλογικού σώματος υποθέσεις εργασίας.
Σήμερα, τριάντα ένα χρόνια μετά την ενοποίηση του 1990, η σταθερότητα της Δημοκρατίας της Βόνης φαντάζει μακρινό παρελθόν, με τη Δημοκρατία του Βερολίνου να παραπέμπει στην πρώτη Ιταλική Δημοκρατία.
