ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Γεωργάτος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», ένα σύνολο πολιτικών που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από το 2015 για την αντιμετώπιση της κρίσης, έχει σχολιαστεί αρνητικά από φίλους και εχθρούς της Αριστεράς. Για ορισμένους, το πρόβλημα του προγράμματος ήταν τεχνικό, διότι οι εκτιμήσεις που είχαν γίνει σε ό,τι αφορά το κόστος των μέτρων ήταν λανθασμένες. Για άλλους πάλι, το θέμα ήταν καθαρά πολιτικό, γιατί το πρόγραμμα υποσχόταν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά με βάση τους υπολογισμούς δημιουργούσε ένα δημοσιονομικό κενό 3,5 δισ. ευρώ ετησίως. Κι αυτό δεν επρόκειτο να το αποδεχθούν -όπως και δεν το αποδέχτηκαν- οι εταίροι.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Σήμερα πλέον, κάθε φορά που εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο μια πρόταση ή ένας φιλόδοξος στόχος, η ερώτηση που απασχολεί το ηγετικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ είναι πόσο θα κόστιζαν τα προτεινόμενα μέτρα και αν υπάρχουν οι απαραίτητοι πόροι. Ο παθός μαθός ή συνεχίζει η Αριστερά να είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως;

Μάλλον συμβαίνει το δεύτερο, διότι, αν ήταν όλα προβλέψιμα και καθορισμένα από τα (στιγμιαία) οικονομικά δεδομένα, δεν θα χρειαζόταν πολιτική επεξεργασία για να συγκροτηθεί ένα πρόγραμμα, αλλά μια ταμειακή μηχανή: μαζεύουμε όσα μέτρα μπορούν να χωρέσουν μέσα στο δεδομένο δημοσιονομικό πλαίσιο, επιλέγουμε εκείνα που έχουν ένα κάποιο αριστερό πρόσημο ή φέρνουν ψήφους και αφήνουμε στην άκρη τα υπόλοιπα. Τι πιο απλό;

Ομως με αυτή τη λογική δεν χτίζεται ούτε πρόγραμμα, ούτε αφήγημα που να κινητοποιεί την κοινωνία. Τα μέτρα που προτείνει ένα αριστερό κόμμα πρέπει να απαντούν στις προκλήσεις που θέτει η κοινωνική πραγματικότητα – κι ακόμα πιο κει, όπως βλέπουμε τώρα με την πανδημία. Η ρεαλιστική κοστολόγησή τους είναι μόνο η αρχή και όχι το τέλος της προγραμματικής επεξεργασίας. Γιατί ένα πολιτικό μανιφέστο δεν μετουσιώνεται σε πρόγραμμα, αν δεν προνοεί και δεν εξηγεί επακριβώς τι θα συμβεί αν οι προτεραιότητες που θέτει δεν ικανοποιούνται από την αρχή «τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο».

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πρόσφατα καταθέσει συγκεκριμένες (αντι)προτάσεις για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης. Ανάμεσα σε αυτές και σε άλλα σημαντικά μέτρα είναι ο φιλόδοξος στόχος του «Νέου ΕΣΥ», που αποτιμάται σε 2-3 δισ. Αλλά, περιέργως, δεν είναι η επένδυση στην Παιδεία. Εκεί δεν υπάρχουν αριθμοί, αλλά μόνο συμβολικά μέτρα και γενικότητες για «προσλήψεις» και «υποστήριξη» των εκπαιδευτικών-ερευνητικών υποδομών.

Το πρόβλημα δημιουργείται σε δύο επίπεδα. Πρώτον, η πρόταση του Κώστα Γαβρόγλου για τη συστηματική μελέτη των οικονομικών της εκπαίδευσης, που είχε γίνει το 2016 στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, δεν αξιοποιήθηκε ποτέ. Κι έτσι, αν ρωτήσει κανείς σήμερα πόσο θα κόστιζε η πρόσληψη νέου προσωπικού για να πάψουν να υπάρχουν πανεπιστημιακά Τμήματα με λιγότερους από 20 καθηγητές, δεν υπάρχει απάντηση. Απάντηση δεν υπάρχει επίσης αν ρωτήσουμε τι κόστος θα είχε η αντικατάσταση του απαξιωμένου ερευνητικού εξοπλισμού ή η δημιουργία φοιτητικών εστιών, που να εξυπηρετούν το λιγότερο ένα 15% των εγγεγραμμένων φοιτητών στα περιφερειακά Πανεπιστήμια. Κι έτσι, προκύπτει η εύκολη λύση των ευχών ή των ανέξοδων γενικοτήτων.

Το θέμα όμως που είναι πιο σημαντικό δεν είναι η κοστολόγηση. Είναι το πόσο διατεθειμένος θα ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ να προκρίνει μια μεγάλη επένδυση στην Παιδεία, ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ που θα έδινε τη δυνατότητα αξιοποίησης του τεράστιου ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει ο τόπος, ακόμα και αν δεν υπήρχε το Ταμείο Ανάκαμψης. Αν απαντηθεί με παρρησία αυτό το καίριο ερώτημα, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι όλα τα άλλα περί «πράσινης οικονομίας» και «ψηφιακού μετασχηματισμού» πατάνε γερά στο έδαφος. Αλλιώς, θα εξακολουθήσει να ισχύει αυτό που έλεγαν οι παλιοί για το κάρο μπροστά απ’ το άλογο…

*Καθηγητής Βιολογίας, αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων