Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οδύσσεια, ραψωδία δ`

Κείμενο, περίληψη, σχόλια

Κοντά στη Σπάρτη φτάσανε με τα βαθιά φαράγγια

κι αμέσως στο ανάκτορο του Μενελάου πήγαν.

Βρήκανε τον Μενέλαο σε γιορτινό τραπέζι,

τον γιο του και την κόρη του πάντρευε αυτή τη μέρα.

Τους ξένους οδηγήσανε στο φωτεινό παλάτι

και στο λουτρό τους πήγανε το μπάνιο τους να πάρουν.

Έπειτα ρούχα καθαρά χλαμύδες και χιτώνες

τους έδωσαν και φόρεσαν και πήγαν στο τραπέζι

με τα ψητά τα κρέατα και τις χρυσές τις κούπες.

Χίλια καλώς ορίσατε στη Σπάρτη φίλοι ξένοι,

τους είπε ο Μενέλαος  προσφέροντάς τους κρέας.

Το φαγητό χορτάσανε και το κρασί χαρήκαν

κι όλη την ώρα θαύμαζαν το λαμπερό παλάτι.

Έτσι θα είναι, σκέφτηκαν, τ` ανάκτορα του Δία.

Πριν μάθει ο Μενέλαος ποιοι είναι οι δυο ξένοι

τους είπε για τον πόλεμο και για πολλούς συντρόφους

μα πιο πολύ μνημόνεψε τον μέγα Οδυσσέα.

Κείνη την ώρα φάνηκε πανέμορφη η Ελένη,

έμοιαζε με την Άρτεμη τη λυγερή παρθένα.

-Μενέλαε ξανθόμαλλε, ο νέος που σ` ακούει

είναι, θαρρώ ο Τηλέμαχος, ο γιος του Οδυσσέα

-Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ ωραία μου Ελένη

Πολύ ομοιάζει αυτός ο νιος με τον τρανό Δυσσέα.

Πόδια και χέρια, κεφαλή κι η λάμψη των ματιών του,

ίδια τα όμορφα μαλλιά μ` εκείνα του Οδυσσέα.

Και τότε ο Πεισίστρατος, ο γιος του Νέστορα είπε·

Μενέλαε περήφανε γιε του μεγάλου Ατρέα,

αλήθεια το μαντέψατε γιος του Δυσσέα είναι.

Με διάταξε ο πατέρας μου ο Νέστορας ο μέγας,

να συνοδεύσω μέχρι εδώ το γιο του Οδυσσέα,

μήπως γνωρίζεις να του πεις αν ζει ή έχει πεθάνει,

ο Οδυσσέας ο τρανός με τους πολλούς τους τρόπους.

Χάρηκε ο ξανθόμαλλος Μενέλαος  Ατρείδης.

«Δία μου σε ευγνωμονώ  για τη μεγάλη τύχη,

που ήρθε εδώ στο σπίτι μου ο γιος του Οδυσσέα,

όλα τα αλλάζει στη ζωή αυτή η καλή μας τύχη.

Δεν θα ξεχάσω εγώ ποτέ τι τράβηξε για μένα,

ο φίλτατος μου Οδυσσεύς στην Άλωση της Τροίας.».

Μενέλαος, Τηλέμαχος και η ωραία Ελένη,

τα κλάματα αρχίσανε με όσα  θυμηθήκαν.

Η Ελένη ρίχνει στο κρασί  το νηπενθές, βοτάνι

πού σβήνει θύμησες κακές και μαύρες στενοχώριες.

Σαν η Ελένη ήτανε στου Πρίαμου την πόλη,

μόνο εκείνη  είχε δει τον άφοβο Οδυσσέα,

όταν εκείνος τρύπωσε στην Τροία ένα δείλι.

Αυτή τους η συνάντηση άγγιξε την ψυχή της

και νοσταλγία μέγιστη ένιωσε για τη Σπάρτη.

Τίποτα απ` όλα πιο γλυκό απ` τη γλυκιά πατρίδα,

κι απ` την αγάπη των γονιών και όλων των οικείων.

Κανείς δεν έχει την καρδιά, τη γνώση τ` Οδυσσέα

λέει ο ξανθός Μενέλαος ο βασιλιάς της Σπάρτης.

Είπε για το στρατήγημα του Δούρειου του Ίππου

που  ο Οδυσσέας σκέφτηκε και άλωσαν την Τροία.

Την άλλη μέρα το πρωί ο νεαρός ρωτάει

τον βασιλιά Μενέλαο, τι ξέρει για την τύχη

του άμοιρου πατέρα του, του βασιλιά Οδυσσέα.

Για όλα όσα με ρωτάς κι επιθυμείς να μάθεις,

μόνο αλήθειες θα σου πω Τηλέμαχε γενναίε,

που έμαθα απ` τον γέροντα της θάλασσας Πρωτέα.

Αυτός ο θείος γέροντας, κάθε πελάγου γνώστης

όταν θεοί ή άνθρωποι πάνε να τον στριμώξουν,

όλες του κόσμου τις μορφές παίρνει για να ξεφύγει.

Μπορεί και γίνεται νερό,  φωτιά, ή άγριο θηρίο.

Κάποτε εγώ τον γέροντα προσπάθησα να δέσω

μα εκείνος όλο ξέφευγε με μαγικές μεθόδους,

άλλαξε πρώτα τη μορφή και έγινε λιοντάρι,

φίδι και λεοπάρδαλη, τρανός άγριος κάπρος,

τρεχούμενο μετά νερό,  δέντρο πολύ μεγάλο.

Οι σύντροφοι μου και εγώ μ` όλες μας τις δυνάμεις

σφικτά τον αγκαλιάσαμε μην τύχει και μας φύγει.

Στο τέλος σαν απόκαμε ο γέρος της θαλάσσης,

με ρώτησε τι απ` αυτόν θέλω εγώ να μάθω.

«Γνωρίζεις γέροντα σοφέ ποιος είμαι και τι θέλω.

Θέλω το δρόμο να μου πεις να φτάσω εγώ στη Σπάρτη.».

«Πρώτα στου Νείλου τα νερά λαμπρές θυσίες κάνε

λυτρωτικές, και οι θεοί θα στέρξουνε, στη Σπάρτη να γυρίσεις.».

Τον ρώτησα με σεβασμό για τους παλιούς συντρόφους

όλα όσα ξέρει να μου πει για τη δική τους τύχη.

«Μενέλαε τ` Ατρέα γιε, οι συμπολεμιστές σου

άλλοι στο Άδη πήγανε, κι άλλοι γύρισαν σπίτι.

Καθώς στις θάλασσες γυρνώ και βλέπω τι συμβαίνει

τον Οδυσσέα πέτυχα σ` ένα νησί να κλαίει

γιατί η Νύμφη Καλυψώ τον ήθελε κοντά της.

Δίχως πια τους συντρόφους του και το πλεούμενο του,

μένει εκεί αιχμάλωτος ερωτικός της Νύμφης.

Αυτά `πε ο Μενέλαος για τον τρανό Οδυσσέα.

Έμαθε ο Τηλέμαχος πως ο Δυσσέας ζούσε,

κι αμέσως ξαφνική κι ανέλπιστη χαρά τον κατακλύζει,

που απ` όλες τις χαρές, αυτή, έχει περίσσια γλύκα.

Γεμάτος δώρα έφυγε από τη Σπάρτη ο νέος,

στην Πύλο να γυρίσει πια, κι έπειτα στην Ιθάκη.

Την ίδια ώρα στο νησί τ` όμορφο της Ιθάκης,

του Τηλεμάχου τη φυγή δεν είχαν καταλάβει.

Μόνο η πιστή Ευρύκλεια γνώριζε τα συμβάντα.

Έξω από το όμορφο μέγαρο του Οδυσσέα

Όλοι οι  αγαπητικοί της Πηνελόπης ήταν,

με δίσκους και ακόντια παράβγαιναν σ` αγώνες.

Εκεί που γυμναζότανε και συναγωνιζόταν

έφτασε ο γιος του Φρόνιου , Νοήμος τ` όνομα του,

και είπε στον Αντίνοο, τον πρώτο των Μνηστήρων.

«Αυτές τις ώρες που εσείς ανέμελα περνάτε,

βρίσκεται ο Τηλέμαχος, με το δικό μου πλοίο,

στην Πύλο, όπου ο σοφός Νέστορας βασιλεύει.

Κανείς σας δεν κατάλαβε αυτή την απουσία,

φρόντισε η Αθηνά γι` αυτό και ο Μέντορας αντάμα.».

« Μίλα καλά Νοήμονα, πότ` έφυγε και ποιοι μαζί του πήγαν;».

Όλοι ανταριαστήκανε κι άφησαν τους αγώνες,

να συσκεφθούν, απόφαση να πάρουνε αμέσως.

Ένα ανήλικο παιδί, στο πείσμα το δικό μας,

μας  ξέφυγε κι ετοίμασε στρατηγικό ταξίδι,

με ναύτες νέους άξιους που πήγανε μαζί του.

Δώστε σε μένα φίλοι μου, τους λέει ο Αντίνος,

καράβι, γρήγορο, γερό μ` είκοσι ναύτες μέσα,

καρτέρι να του στήσω εγώ εις τον πορθμό της Σάμης.

Η Πηνελόπη έμαθε τα δόλια σχέδια τους,

για το μοναχοπαίδι της, τον ακριβό βλαστό της.

Της κόπηκαν τα γόνατα μάτωσε η καρδιά της

Κι ώρα πολλή δεν μπόρεσε μια λέξη να αρθρώσει.

Αγόρι μου Τηλέμαχε, μία δε μου πες λέξη,

γιατί θα σε εμπόδιζα ταξίδι εσύ να κάνεις,

και τη ζωή μου θα δινα εσύ εδώ να μείνεις.

Πρέπει να τα μηνύσουμε στο γέροντα Λαέρτη,

του γιου μου τα καμώματα, βουλή για να μας δώσει.

Η σοβαρή Ευρύκλεια που γνώριζε τα πάντα,

την Πηνελόπη ορμήνεψε το μπάνιο της να πάρει,

και να ντυθεί να στολιστεί και προσευχή να κάνει,

στην Αθηνά ακοίμητη φρουρό στο σπιτικό της.

Δεήθηκε στην Αθηνά με τάματα και πίστη:

«Μην μας ξεχνάς Ω! Αθηνά και σώσε το παιδί μας,

κι απ’ τους κακούς και άδικους Μνηστήρες λύτρωσέ μας».

Ο Αντίνοος με είκοσι, άντρες για πλήρωμα του,

γοργό καράβι ετοίμασε, μ` ένα  ψηλό κατάρτι,

λευκά  πανιά σηκώσανε και τα κουπιά τραβάνε.

Φτάσανε εκεί που ήθελαν να στήσουν το καρτέρι.

Η Πηνελόπη έπεσε λίγο να ξαποστάσει

κι η Αθηνά της έστειλε Είδωλο στ` όνειρο της,

να την γκαρδιώσει όσο μπορεί τον πόνο ν` αλαφρώσει.

Το φιλικό το Είδωλο της έδωσε κουράγιο

της είπε, μες` στον ύπνο της πως η Αθηνά φροντίζει

το  γιο της τον Τηλέμαχο, ποτέ δεν τον αφήνει.

Κοίτα, της λέει το Είδωλο, ήλθα εγώ σε σένα

με εντολή της Αθηνάς να σε καθησυχάσω.

Η Πηνελόπη ησύχασε και πήρε το κουράγιο

και ζήτησε απ` τη θεά νέα του Οδυσσέα.

Το Είδωλο απάντησε πως νέα δεν θα δώσει

κι έφυγε αμέσως μακριά, από τα όνειρα της.

Η Πηνελόπη ένιωσε την θεία προστασία,

κι αμέσως αναθάρρησε και χάρηκε η καρδιά της.

Σ` ένα νησάκι που ήτανε κοντά με την Ιθάκη,

στήσαν καρτέρι φονικό οι άδικοι Μνηστήρες.

Περίληψη ραψωδίας δ`.

Οι δύο νεαροί, ο Τηλέμαχος και ο ανδρείος συνοδός του Πεισίστρατος, ένας από τους πολλούς γιούς του σοφού Νέστορα, φτάνουν στη Σπάρτη την ώρα μεγάλης διπλής γαμήλιας γιορτής. Ο Μενέλαος και η Ωραία Ελένη πάντρευαν την κόρη τους με το γιο του Αχιλλέα, που ήταν βασιλιάς στην χώρα των Μυρμιδόνων. Την ίδια μέρα γινόταν και ο γάμος του γιου του Μενέλαου,  Μεγαπένθη, που τον είχε αποκτήσει με μια γυναίκα που εργαζόταν στο ανάκτορο του.

 Ο Μενέλαος, που δεν ξέρει ακόμη ποιοι είναι οι  δύο ξένοι, μιλά για την οκτάχρονη περιπλάνηση του, μετά την άλωση της Τροίας, και αναφέρεται με συγκίνηση και στα πολλά  παθήματα του Οδυσσέα. Χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός που τον ακούει είναι ο γιος του Οδυσσέα, Τηλέμαχος, μιλά για τον πολύτροπο φίλο και σύντροφο του Οδυσσέα και για τις περιπέτειές του.

Η  Ωραία Ελένη εμφανίζεται στο τραπέζι και αναγνωρίζει  τον Τηλέμαχο που τόσο πολύ μοιάζει με τον πατέρα του Οδυσσέα.

 Ακολούθως τον αναγνωρίζει και ο Μενέλαος.

 Ο Πεισίστρατος, ο γιος του Νέστορα ομολογεί ότι αυτός ο σοβαρός και λιγομίλητος όμορφος νέος είναι πράγματι ο Τηλέμαχος.

Ακολουθεί θρήνος για όλους τους χαμένους φίλους, συντρόφους και συγγενείς και η  Ωραία Ελένη ρίχνει στο κρασί τους το βότανο  «νηπενθές», για να τους διώξει την θλίψη και τον πόνο.

 Αφηγείται πώς κάποτε αναγνώρισε τον Οδυσσέα, όταν εκείνος με σχέδιο, μπήκε κρυφά στην Τροία για να κατασκοπεύσει. Δεν τον μαρτύρησε, αντίθετα χάρηκε που τον είδε, αφού αυτή η συνάντηση, μια ακόμα αναγνώριση, της γέννησε την ακράτητη δύναμη της νοσταλγίας για την πατρίδα.

Ο Μενέλαος θυμάται το ασύλληπτο στρατήγημα του Οδυσσέα, τον Δούρειο Ίππο, εφαλτήριο για την Άλωση της Τροίας.

Το επόμενο πρωινό ο Τηλέμαχος ρωτάει για τον πατέρα του και αναφέρεται αναλυτικά στην ασφυκτική κατάσταση που έχουν δημιουργήσει οι παράνομοι και ασεβείς Μνηστήρες στην Ιθάκη.

Ο Μενέλαος θυμώνει και εύχεται το θάνατο των Μνηστήρων.

Στις ερωτήσεις του Τηλέμαχου για την τύχη του πατέρα του ο Μενέλαος αφηγείται τις δικές του περιπέτειες  και τον αποκλεισμό του στην Αίγυπτο. Μιλά ακόμα για τον θαλασσινό  θεό, τον γέροντα της θάλασσας Πρωτέα, που έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται σε ότι θελήσει.  Εκείνος του είπε πως ο Οδυσσέας είναι ζωντανός και βρίσκεται σε ένα αφιλόξενο νησί, ερωτικός κρατούμενος της φλογερής Νύμφης Καλυψούς. Ο Οδυσσέας βρίσκεται σε κατάθλιψη και σκέπτεται συνεχώς την επιστροφή του στην Ιθάκη.

Ο Τηλέμαχος κατακλύζεται από ευχάριστα αισθήματα χαράς και αισιοδοξίας  αφού μαθαίνει ότι ο πολύτροπος πατέρας του είναι ζωντανός.

 Ο Τηλέμαχος  και ο Πεισίστρατος επιστρέφουν στην Πύλο. Η φιλοξενία που δέχθηκαν από τον Μενέλαο και τα πολλά δώρα που τους προσέφερε θα τους μείνουν αξέχαστα.

 Στην Ιθάκη οι Μνηστήρες μαθαίνουν έκπληκτοι για το μυστικό ταξίδι του Τηλέμαχου και αποφασίζουν ομόφωνα  να τον δολοφονήσουν στήνοντας του φονικό θαλασσινό καρτέρι σ` ένα στενό πέρασμα.

Η Πηνελόπη μαθαίνει τα νέα και φοβάται πως θα χάσει  και τον Τηλέμαχο. Κάνει δέηση στην Αθηνά κι εκείνη φέρνει στον ύπνο της Είδωλο, με τη μορφή της αδελφής  της Ιφθίμης. Το Είδωλο  την  διαβεβαιώνει ότι ο Τηλέμαχος βρίσκεται  συνεχώς κάτω από την ακοίμητη φροντίδα και προστασία της θεάς Αθηνάς.

Την ίδια ώρα οι Μνηστήρες εξοπλίζουν ένα κωπήλατο ιστιοφόρο και στήνουν την φονική ενέδρα τους στα στενά της Σάμης κοντά στην Ιθάκη.

-Η αναγνώριση του Τηλέμαχου από την Ωραία Ελένη στο ανάκτορο του Μενέλαου στη Σπάρτη. Ακολουθεί  αμέσως μετά, η αναγνώριση του Τηλέμαχου από τον Μενέλαο. Μια διπλή αναγνώριση.

Ωραία Ελένη:

Ποτέ μήτε άντρα εγώ δε γνώρισα μήτε γυναίκα ως τώρα

να μοιάζει τόσο με άλλον άνθρωπο, σαστίζω που τον βλέπω

καθώς αυτός με τον Τηλέμαχο, το γιο του ψυχωμένου

μοιάζει Οδυσσέα, που εκείνος αφήκε μωρό παιδί στο σπίτι,

σύντας οι Αργίτες ξεκινούσατε γι΄ άγρια σφαγή πολέμου

κάτω απ΄ την Τροία για της αδιάντροπης εμένα το χατίρι.»

Τότε ο ξανθός Μενέλαος γύρισε κι απηλογιά της δίνει:

«Τώρα που πρώτη τον απείκασες, κι εγώ νογώ ποιος είναι,

γυναίκα· τέτοια ήταν τα πόδια του, τέτοια τα χέρια εκείνου,

και των ματιών του τ΄ αστραπόφεγγο κι η κεφαλή κι η κόμη. Οδύσσεια, ραψωδία δ`, 141-150, μετάφραση Καζαντζάκη- Κακριδή.

 Πρόκειται για μια ιδέα του Ομήρου να φέρει σε επαφή πρόσωπα του έργου του. Τα πρόσωπα αυτά έχουν  σχέση μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίζονται, δεν έχουν συναντηθεί ποτέ για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο Όμηρος κορυφώνει με μαεστρία την Αναγνώριση, αυτό το ιδιαίτερο λογοτεχνικό εύρημα.

-Το νηπενθές βοτάνι. Το βότανο που μαλακώνει το πένθος.

κι η Ελένη, κόρη του Διός, τότ’ εσοφίσθηκι άλλο·

απ’ όπου επίναν, στο κρασί τους έριξε βοτάνι,

αντίλυπο και αντίχολο, π’ όλα τα πάθη σβήνει.

εις τον κρατήρα όταν σμιχθεί, όποιος τα καταπίνει

ολημερίς δεν δύναται δάκρυ να στάξει κάτω,

ουδέ μητέρ’ αν έχασε, ουδ’ αν και τον πατέρα,

και ουδ’ αν αδέλφι, ουδ’ αν υιόν μονάκριβον εμπρός του

του σχίσουν με την μάχαιρα, και αυτός να τους θωράει·

τέτοια ‘χε βότανα σοφά του Διός η θυγατέρα,

χρήσιμα, που της έδωκεν η ομόκλινη του Θώνα

Πολύδαμνα, στην Αίγυπτο, που βότανα έχει πλήθος.

Οδύσσεια, ραψωδία δ`, 219-229, μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά.

Πως βρέθηκε στα χέρια της Ωραίας Ελένης το νηπενθές βοτάνι:

Όταν ο Μενέλαος και η Ελένη ήταν στην Αίγυπτο φιλοξενήθηκαν στο ανάκτορο του βασιλιά Θώνα.

Η Πολυδάμνα, η γυναίκα του βασιλιά Θώνα ήταν συλλέκτρια θεραπευτικών βοτάνων και είχε  δωρίσει κάποια είδη τους στην Ελένη. Ένα απ` αυτά, το νηπενθές, απάλυνε τη λύπη, τον πόνο, τον θυμό και άλλες ψυχοφθόρες καταστάσεις. Αυτό, το νηπενθές βότανο έβαλε η Ελένη στο κρασί του Τηλέμαχου και του Μενέλαου.

-Ο Δούρειος Ίππος, το γιγάντιο ξύλινο άλογο, έμπνευση του πολυμήχανου Οδυσσέα, ένα άλογο κρύπτη, μια κατασκευή που έκρυβε εντός της τους σημαντικότερους  ήρωες. Εκείνοι, μετά την είσοδο του Δούρειου Ίππου στην Τροία βγήκαν  και άνοιξαν τις πύλες στους υπόλοιπους, προκειμένου να ξεκινήσει η  Άλωση και η λεηλασία της Τροίας.

Η έκφραση Δούρειος Ίππος υποδηλώνει  μια μέθοδο, ένα στρατήγημα, μια είσοδο με τέχνασμα και δόλο.

Οδύσσεια, ραψωδία δ`,272.

-Η «επιστροφή», το νόστιμον ήμαρ της Ωραίας Ελένης.

Ο Ομηρος μας αποκαλύπτει εκείνη την χρονική στιγμή που «γυρίζει ο νους» της Ωραίας Ελένης στην πατρική εστία και στον Μενέλαο. Ήταν τότε που ο παράτολμος Οδυσσέας μπήκε κρυφά, με ρούχα ζητιάνου, στην Τροία για να κατασκοπεύσει. Κανένας δεν τον γνώρισε, μονάχα η Ελένη. Αφού τον έλουσε και τον μύρωσε με αρώματα και λάδι του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον προδώσει και του πρόσφερε υπέροχα ρούχα. Ο Οδυσσέας την πίστεψε. Ολοκλήρωσε την κατασκοπία του, έμαθε όσα ήθελε και αφού σκότωσε όσους τον εμπόδισαν επέστρεψε στον ελληνικό στόλο.

Αυτή ακριβώς τη στιγμή «γύρισε το μυαλό» της Ωραίας Ελένης στην Ελλάδα, στη Σπάρτη, στον Μενέλαο και στην κόρη τους. Αποφάσισε να επιστρέψει παρ` όλα τα εμπόδια. Η νοσταλγία νίκησε. Της πέρασε ο έρωτας που της είχε δώσει η Αφροδίτη και τα είχε εγκαταλείψει όλα. Και τώρα λέει για τον Μενέλαο: «κανείς δεν του παράβγαινε στη γνώση και στα κάλλη.».

Η αναγνώριση του αλλαγμένου Οδυσσέα από την Ελένη δείχνει τις μεγάλες της ικανότητες που της έδινε η θεϊκή της καταγωγή. Όταν, χρόνια μετά, επισκέφθηκε το παλάτι τους στη Σπάρτη ο νεαρός Τηλέμαχος ζητώντας πληροφορίες για τον πατέρα του, ήταν η πρώτη που κατάλαβε ότι ήταν γιος του Οδυσσέα πριν καν μιλήσει μαζί του.

Ελένη: ..μόνο η καρδιά η δική μου

χαιρόταν, τι είχε αλλάξει κι ήθελα στο σπίτι μου να στρέψω, και για την τύφλα μου μετάνιωνα, που μου ΄χεν η Αφροδίτη

δώσει, την ώρα που απ΄ τη χώρα μου την πατρική με πήρε, 

τη θυγατέρα και το σπίτι μου ν΄ αφήσω — κι έναν άντρα,

που άλλος κανείς δεν του παράβγαινε στη γνώση και στα κάλλη.».

Οδύσσεια, ραψωδία δ`, 259- 264, μετάφραση Καζαντζάκη- Κακριδή.

-Πρωτέας ή Άλιος γέρων, ο γέρος της θάλασσας που γνωρίζει όλα τα μυστικά της.

Ήταν θαλάσσιος δαίμονας, ήρωας, μάντης, βασιλιάς.

 Πρωτέας σημαίνει πρώτος. Ο Πρωτέας μπορεί να  μεταμορφώνεται και να δημιουργεί όλες τις άλλες μορφές που αποτελούν τον κόσμο. Εδώ στη ραψωδία δ`, 417 κ.ε. ο Όμηρος μας μιλά για τις μεταμορφώσεις του σε νερό, φωτιά, δέντρο, φίδι, λιοντάρι, λεοπάρδαλη, κάπρο,..

– Η δ` ραψωδία της Οδύσσειας έχει 847 στίχους. Το κείμενο που παρουσιάζω εδώ έχει περίπου 150 στίχους και αποτελεί μεταγραφική ανάπλαση του αρχαίου κειμένου και όλων των μεταφράσεων που έχουν γίνει. Κράτησα τη ροή και το ύφος καθώς και όλα τα κομβικά γεγονότα.

1* Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Αφιερωμένο στο φίλο ηθοποιό Αντώνη Καφετζόπουλο, ένα σύγχρονο Οδυσσέα.