ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο τίτλος παραπέμπει συνειρμικά στο γνωστό σλόγκαν του 1952 «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος», το οποίο χρεώνεται συχνά στον Ν. Ζαχαριάδη, παρότι ανήκει στον Γεώργιο Παπανδρέου, για να αιτιολογήσει τη σύντομη συμπόρευσή του με τον Αλέξανδρο Παπάγο. Και οι δύο, για τελείως διαφορετικούς λόγους, ήθελαν να δείξουν τη συγγένεια των πολιτικών σχηματισμών των δύο στρατηγών. Το σύνθημα λέχθηκε σε μία δύσκολη περίοδο της ελληνικής ιστορίας, σημαδεμένης από τον Εμφύλιο, την εξάρτηση της χώρας από τους Αγγλοαμερικανούς, την τεράστια οικονομική και πολιτική αστάθεια.

Θα μπορούσε να λεχθεί σήμερα το ίδιο για τους Κ. Μητσοτάκη και Κ. Σημίτη; Ο πειρασμός μεγάλος. Για κάποιους κυρίως πρώην «εκσυγχρονιστές» που υπηρετούν από διάφορες θέσεις τη σημερινή κυβέρνηση αλλά και για κάποιους άλλους στα αριστερά, για να δείξουν τον «αντιλαϊκό» χαρακτήρα της πολιτικής και των δύο.

Ανάμεσα στις δύο εποχές κύλησε, βέβαια, πολύ νερό. Το 1952, οι λέξεις διάλογος και ακόμη περισσότερο αποδοχή της διαφοράς ήταν σβησμένες από τη βαριά σκιά του Εμφυλίου και τη μέριμνα οικοδόμησης κράτους -στην περίπτωσή μας αυταρχικού. Σήμερα, χάρη στην ευεργετική μεσολάβηση της Μεταπολίτευσης, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Τα πολιτικά πάθη, παρά τα πάνω και τα κάτω, είναι λιγότερα οξυμένα, τα βάρος των πολιτικών κομμάτων στον δημόσιο χώρο έχει συνολικά μειωθεί και, παρά τα υπαρκτά φαινόμενα διαπλοκής, ο δημόσιος λόγος είναι πιο αναλυτικός. Επιπλέον, το γενικότερο κλίμα από τη δεκαετία του 1990 και μετά είναι πολύ πιο συναινετικό, παρά ορισμένα πρόσφατα εγχειρήματα όξυνσης από μέρος κάποιων, κυρίως κυβερνητικών στελεχών.

Για να επανέλθω στους Σημίτη και Μητσοτάκη, θα έλεγα ότι οι μεταξύ τους διαφορές είναι μεγαλύτερες από τις συγκλίσεις. Κατ’ αρχάς, οι σημιτικοί όμνυαν σε ένα όραμα που τους έδινε συνοχή, τον εκσυγχρονισμό. Και η σημερινή κυβέρνηση -θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς- αναφέρεται συχνά στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων, την ανανέωση -βλέπε ενίοτε τον εκσυγχρονισμό.

Σύγκλιση μερική σε επίπεδο λόγου, η οποία ωστόσο αποδυναμώνεται -αν δεν ακυρώνεται- από τις παραδόσεις των πολιτικών χώρων αναφοράς και ακόμη περισσότερο από τη συγκρότηση των κομματικών μηχανισμών. Με τον χρόνο, το σημιτικό ΠΑΣΟΚ απώλεσε τη λαϊκή του βάση, μετατράπηκε σε κόμμα των αστικών στρωμάτων των πόλεων. Αυτό το κατέστησε εκλογικά πιο ευάλωτο, το έφερε κοντύτερα στα «μεγάλα συμφέροντα», ταυτόχρονα όμως του έδωσε ιδεολογική ομοιογένεια, εξ ου και η ιδιαίτερη απήχησή του στους «μορφωμένους».

Η σημερινή Ν.Δ., αντίθετα, διαφέρει πολύ από το πάλαι ποτέ κόμμα του «κοινωνικού και ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», φέρνει περισσότερο σε συνασπισμό δύο μικρότερων κομμάτων. Εχει απήχηση κυρίως στα αστικά στρώματα αλλά και σε λαϊκά, έχει έναν λόγο σε πολλά ζητήματα, κυρίως δικαιωμάτων και ελευθεριών, που μόνο φιλελεύθερο δεν το λες. Ανακαλεί λιγότερο τον σημιτισμό και περισσότερο κόμματα τύπου Ορμπαν και Μαρίν Λεπέν. Η κατάσταση αυτή οφείλεται στην αδυναμία ελέγχου του κόμματος από τον Κ. Μητσοτάκη; Μήπως και αυτός, όπως ο Κ. Σημίτης, δεν ελέγχει το κόμμα του, άρα αδυνατεί να επιβάλει και να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις; Το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε από «εκσυγχρονιστές», το 2005, ως απάντηση στο ερώτημα για την «εμπλοκή των μεταρρυθμίσεων» επί Σημίτη.

Αναμφίβολα, η θέση στο κόμμα του Μητσοτάκη είναι ισχυρότερη από αυτήν του Κ. Σημίτη στο ΠΑΣΟΚ. Οι καιροί, όμως, άλλαξαν. Και τα κόμματα εν τω μεταξύ αποδυναμώθηκαν και εξωκομματικοί μηχανισμοί δυνάμωσαν. Μπορεί να μην ελέγχει απόλυτα τη Ν.Δ. ο Κ. Μητσοτάκης, μπορεί ωστόσο, ιδιαίτερα μέσω του «επιτελικού κράτους», να επιβάλλει τις κατευθυντήριες γραμμές. Κατά συνέπεια, ο διφυής και διφορούμενος κυβερνητικός λόγος δεν είναι ερήμην του, πολύ δε περισσότερο ενάντια στη θέλησή του. ‘Η τον ασπάζεται ή εκτιμά ότι βοηθά τη Ν.Δ. εκλογικά και ιδεολογικά.

Αν όμως είναι έτσι, τότε ο Μητσοτάκης μικρή σχέση έχει με τον Σημίτη. Ο τελευταίος μπορεί να απέτυχε σε πολλά πράγματα, αλλά ο λόγος του ήταν σαφής και συγκεκριμένος. Το ίδιο και οι στόχοι του. Αντίθετα, στις μέρες μας είμαστε μάρτυρες σειράς φαινομένων που μόνο εκσυγχρονιστικά δεν τα λες: πελατειακές σχέσεις, εργαλειοποίηση του κράτους, εργαλειακή του χρήση, συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, αποθάρρυνση της ετερότητας και της διαφοράς, επιστροφή σε συντηρητικές αντιλήψεις σε πλείστα θέματα.

Ολα αυτά εξηγούν και τη μειωμένη συγκριτικά απήχηση της σημερινής Ν.Δ. στους ανθρώπους της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών. Μπορεί να κρατήσει για πολύ αυτός ο δισυπόστατος και διφορούμενος λόγος; Εξαρτάται από τη δυναμική του πολιτικού πεδίου.

* Πανεπιστήμιο Πατρών