Δεν εντυπωσιάστηκα όταν άκουσα για πρώτη φορά τον υπουργό Εργασίας κ. Χατζηδάκη να επιχειρηματολογεί στην ΕΡΤ1 υπέρ του δεκαώρου των εργαζομένων έναντι ρεπό για τις ώρες πέραν του οκταώρου. Είχε επικαλεστεί υποθετικά υπάλληλο του αεροδρομίου Ρόδου, ο οποίος διαθέτει και κτήμα με ελαιόδεντρα, εργάζεται το καλοκαίρι λόγω της τουριστικής περιόδου δεκάωρο αλλά τον Νοέμβριο που πηγαίνει στο κτήμα για τη συγκομιδή των ελαιών δεν θα χρειάζεται με τον νέο νόμο να πάρει άδεια άνευ αποδοχών.
Ισως θα έπρεπε ένας υπουργός να μαθητεύσει πρώτα στη ζωή από τα κάτω και όχι απευθείας στα έδρανα της εξουσίας για να αντιληφθεί τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων, ότι ο εργαζόμενος έχει ανάγκη την οικονομική αποζημίωση των υπερωριών για να αντεπεξέλθει στις οικογενειακές του υποχρεώσεις, γι’ αυτό εργάζεται.
Εχει και την κανονική του άδεια για να ανταποκριθεί στις λοιπές υποχρεώσεις του χωρίς να χρειάζεται άδεια άνευ αποδοχών. Γράφω «δεν εντυπωσιάστηκα» διότι παρέστην μάρτυρας της κατεδάφισης του σιδηροδρόμου από το 2008 με εμπνευστή του σχεδίου «εξυγίανσης» και πάλι τον κ. Χατζηδάκη, ο οποίος ως υπουργός Μεταφορών στοχοποίησε το 2008 τον ΟΣΕ για το χρέος του και στις 12/8/2008 παρουσίασε το σχέδιο της «ανασυγκρότησής» του, δηλαδή της διάλυσής του που ακολούθησε αντί της βελτίωσης της λειτουργίας του. Με την επάνοδο της Ν.Δ. στην κυβέρνηση, ακολούθησαν η ΔΕΗ, τα ΕΛΤΑ, η περαιτέρω αποδυνάμωση του ΕΣΥ. Τώρα στοχοποιείται και ο ΕΦΚΑ ενώ είναι βέβαιο ότι η υποκατάσταση του ενιαίου φορέα απονομής συντάξεων από αριθμό δικηγόρων και λογιστών θα οδηγήσει σε Βαβυλωνία ερμηνείας των ασφαλιστικών νόμων με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τους δικαιούχους.
Ποια είναι η κυρίαρχη αντίφαση της εποχής μας; Οπως γράφει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν στις «Παράπλευρες απώλειες», το κοινωνικό κράτος δεν θα είχε καν υπάρξει αν οι εργοστασιάρχες δεν θεωρούσαν τη φροντίδα του «εφεδρικού εργασιακού στρατού» (το να κρατούν την εφεδρεία σε καλή κατάσταση σε περίπτωση που καλούνταν πίσω στην ενεργό υπηρεσία) επικερδή επιχείρηση. Διότι η εφεδρεία, ως απειλή, βοηθούσε στον έλεγχο των απαιτήσεων των εργαζομένων αλλά και παρείχε ανά πάσα στιγμή δυνατότητες στο κεφάλαιο να επεκταθεί. Γι’ αυτό η συγκρότηση του κοινωνικού κράτους υπήρξε ζήτημα «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς», υποστηρίζει ο Μπάουμαν.
Τώρα όμως ήρθε η στιγμή να καταστούν ζήτημα «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς» ο περιορισμός και η σταδιακή κατάργηση των παροχών του κράτους πρόνοιας. Διότι οι πηγές του καπιταλιστικού κέρδους έχουν μεταφερθεί ή μετατοπιστεί από την εκμετάλλευση της βιομηχανικής εργασίας στην εκμετάλλευση των καταναλωτών. Τότε ο Χένρι Φορντ διπλασίασε τους μισθούς των εργατών της αυτοκινητοβιομηχανίας του για να κρατήσει την αλυσίδα συναρμολόγησης σε λειτουργία προς όφελος του δικού του πλούτου. Σήμερα, έναντι του κοινωνικού κράτους, πρυτανεύει το δόγμα του «αγίου» Αλαν Γκρίνσπαν, τ. προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ: «Η αυξανόμενη εργασιακή ανασφάλεια, είπε, αποτελεί τη βάση μιας υγιούς οικονομίας».
Μέσον για την επίτευξη όλων αυτών είναι οι μεταρρυθμίσεις, που υπηρετούν όμως το κεφάλαιο και όχι την κοινωνία. Ο Μαρσέλ Γκοσέ, φιλελεύθερος, καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών στο Παρίσι, στη συζήτησή του με τον Αλέν Μπαντιού («Τι να κάνουμε;», Πατάκης 2016) διαπιστώνει πως «ό,τι αποκαλούν σήμερα μεταρρυθμίσεις συνίσταται ακριβώς στο ξήλωμα όλων αυτών των ρυθμίσεων που είχαν επιτευχθεί με τις δομικές μεταρρυθμίσεις των πρώτων εβδομήντα πέντε χρόνων του 20ού αιώνα… Εχουν μετατραπεί σε εξωραϊσμένη πρόσοψη του νεοφιλελευθερισμού, του οποίου αποτελούν ουσιαστικά έναν από τους ισχυρούς βραχίονες. Καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε μια απληστία χωρίς κανέναν ενδοιασμό και μια απληστία με τύψεις και με προσαρμογές δευτερεύουσας σημασίας».
Οσα συμβαίνουν στη χώρα μας, δεν διαμορφώνουν ένα πεδίο δόξης λαμπρό για την αντιπολίτευση, να προβεί στην ανάκλησή τους όταν έρθει στην εξουσία; Θυμάμαι στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανήγγειλε την ιδιωτικοποίηση του 20% του ΟΤΕ είχαν «ξεσηκωθεί και οι πέτρες», με πρώτο και καλύτερο τον εσωκομματικό του αντίπαλο Μιλτιάδη Εβερτ. Εκτοτε κυβέρνησαν όλα τα κόμματα εξουσίας αναθερμαίνοντας τις ελπίδες του λαού, ακούσαμε λόγους επαναστατικούς αλλά τα πάντα έχουν κατεδαφιστεί και κατεδαφίζονται. Πώς συνέβη αυτό;
Είναι υποκριτικό, μας λέει ο Αλέν Μπαντιού, δύο κόμματα εξουσίας, που το καθένα ευαγγελίζεται εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική από το άλλο, να παραδίδουν το ένα ειρηνικά την εξουσία στο άλλο. Τελικά ποια πολιτική υλοποιείται; διερωτάται. Εκείνο που μπορούν να επιλέξουν, θα λέγαμε εμείς, είναι μόνον «ανάμεσα σε μια απληστία χωρίς κανέναν ενδοιασμό και μια απληστία με τύψεις και με προσαρμογές δευτερεύουσας σημασίας». Ή μήπως η εμπειρία μας μέχρι σήμερα δείχνει κάτι διαφορετικό; Γι’ αυτό το ερώτημα που προβάλλει επιτακτικά είναι: Πώς θα ανακοπεί αυτή η λαίλαπα;
* πολιτικός μηχανικός
