ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Τ. πιστεύει ακράδαντα πως η δουλειά του δεν είναι τίποτα παραπάνω από το μέσο για να βγάζει χρήματα, συνεπώς καμιά στεναχώρια δεν είχε για όσους εξάψαλμους κι αν άκουγε από το αφεντικό του στην αποθήκη που δούλευε.

Είναι μόνο 23 ετών και βιάζεται να τελειώσει το οχτάωρο -που συχνά-πυκνά γίνεται δεκάωρο-, να πάρει το μετρό, να φτάσει στην κοντινή στάση από το σπίτι, να πετάξει τα παπούτσια του και να βγάλει τα ρούχα του. Η καλύτερή του είναι όταν μπαίνει το μηνιάτικο. «Ζεστά ευρώπουλα στην τσέπη», δίνει το σύνθημα στην παρέα και φεύγουν για μπίρες. Η παρέα του, όπως κι αυτός, είναι φοιτητές.

Οι περισσότεροι σε σχολές που δεν τους αρέσουν. Δουλεύουν, όπως κι αυτός, σε ευκαιριακές δουλειές, ντελίβερι, τηλεφωνικοί πωλητές, πωλητές πόρτα πόρτα, σερβιτόροι και άλλα τέτοια. Είναι παιδιά με φιλότιμο. Είναι γενιά με φιλότιμο. Οι οικογένειές τους βίωσαν την οικονομική κρίση και έπειτα ήρθε καπάκι κι ο κορονοϊός. Αναγκάστηκαν να βουτήξουν στα δύσκολα. Αλλά όπως ο Τ. έτσι κι οι περισσότεροι, όπως προαναφέραμε, βλέπουν τη δουλειά σαν ένα μέσο.

Αλλα είναι αυτά που ονειρεύονται για το μέλλον. Ο Τ. θέλει να γίνει μουσικός. Σε αυτή τη μουσική που είσαι λίγο ντιτζέι, λίγο ηχολήπτης, γράφεις στίχους που τους «λες» μόνος σου. «Λες» και όχι τραγουδάς γιατί μοιάζουν με απαγγελίες. Συχνά είναι ένα μακρύ «κατηγορώ» προς μια κοινωνία που οι νέοι βάζουν στο μικροσκόπιο όταν εμείς νομίζουμε πως δεν ενδιαφέρονται για τίποτα.

Σήμερα ο Τ. πληρώθηκε. Κι όλα θα ήταν τέλεια αν μπορούσαν με την παρέα του να πάνε στο μέρος εκείνο που παίζει την αγαπημένη τους μουσική. Μουσική δεν επιτρέπεται όμως ακόμα. Αυτό του στοιχίζει, να βλέπουν τη μουσική σαν απειλή. Να την έχουν εξισώσει με μια διασκέδαση που δεν του ταιριάζει.

Γι’ αυτόν και για τους φίλους του η μουσική είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η άμυνα απέναντι σε μια δουλειά που δεν θέλουν αλλά την κάνουν για να ζήσουν σε μια κοινωνία που αποφασίζει χωρίς να τους ρωτήσει, η άμυνα στα θυμωμένα πρόσωπα που βλέπουν όταν χτυπούν μια πόρτα για να πουλήσουν κάτι και στα απερίγραπτα σχόλια που ακούν στο τηλέφωνο όταν δουλεύουν.

Ο Τ. όμως σήμερα είπε «φτάνει». Πήραν μπίρες και ό,τι άλλο χρειάζονταν κι ανέβηκαν στο βουνό. Σε μια «θέα», όπως λέει στη μάνα του όταν του τηλεφωνεί κι εκείνη δεν καταλαβαίνει τι μπορεί να βρίσκουν και πηγαίνουν εκεί πάνω. «Μπορούμε να ονειρευόμαστε» της λέει και το κλείνει. Από τα ηχεία του αυτοκινήτου ακούγεται μουσική. «Ναι, ρε φίλε, μουσική!».