Προσφάτως έγινε γνωστό ότι η βρετανική κυβέρνηση προτίθεται να εισαγάγει σειρά νομοσχεδίων που θα αφορούν την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, αναγνωρίζοντας τυπικά και πρώτη φορά ότι τα ζώα είναι όντα με συναισθήματα και νοημοσύνη. Από τα συγκεκριμένα μέτρα –τα οποία θα αφορούν τόσο ζώα παραγωγής (εκτροφής) όσο και κατοικίδια– κάποια θα απαγορεύουν την εξαγωγή ζωντανών ζώων, άλλα θα καθιστούν υποχρεωτικά τα μικροτσίπ στις γάτες ή δεν θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν πρωτεύοντα θηλαστικά ως κατοικίδια. Μολονότι δεν απαγορεύεται πλήρως η χρήση κλωβών για πουλερικά και χοίρους, πάγιο αίτημα των ακτιβιστών, κάποια από τα μέτρα χαιρετίστηκαν ως βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση από πολλές οργανώσεις που αγωνίζονται για την ευημερία των ζώων.
Δεν θα ήθελα να σταθώ τόσο στην όψιμη ανακάλυψη ότι «κάποια» –όχι όμως όλα– ζώα έχουν συναισθήματα και νοημοσύνη ούτε επίσης στο οξύμωρο να φροντίζουμε για την ευημερία πλασμάτων τα οποία αργά ή γρήγορα –ελάχιστη σημασία έχει για τα ίδια– πρόκειται να καταλήξουν με τη μορφή φιλέτου στο πιάτο μας. Είναι όμως αξιοσημείωτο πως αν και η Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων μετρά σχεδόν μισό αιώνα ζωής (1978), ότι ήδη η Συνθήκη της Λισαβόνας (2009) αναγνώριζε «τα ζώα ως νοήμονα και ικανά να αντιληφθούν και να αισθανθούν», ακόμη πιο πρόσφατα (2012) η Διακήρυξη του Κέιμπριτζ για τη Συνείδηση υπογράμμισε πως τη δυνατότητα να βιώνουν συναισθηματικές καταστάσεις δεν την έχουν μόνο οι άνθρωποι και τα θηλαστικά, αλλά επίσης τα πτηνά και άλλα έμβια (π.χ. χταπόδια), πως τον τελευταίο αιώνα ποτέ δεν έλειψαν φωνές, δημοψηφίσματα και διαμαρτυρίες υπέρ των δικαιωμάτων ή της ευημερίας των μη ανθρώπινων ζώων, εντούτοις θα λέγαμε πως το ζήτημα δεν φαίνεται να βρίσκεται κοντά σε κάποια λύση.
Απεναντίας, όπως επισημαίνουν οι Σου Ντόναλντσον και Γουίλ Κίμλικα στο εξαιρετικό «Ζωόπολις» (Πόλις, 2021), «σε παγκόσμιο επίπεδο το κίνημα σε μεγάλο βαθμό έχει αποτύχει. Οι αριθμοί μαρτυρούν την ιστορία […] Το σύστημα των βιομηχανικών κτηνοτροφικών μονάδων γιγαντώνεται για να ικανοποιήσει και να ανατροφοδοτήσει τη ζήτηση για κρέας. Η παγκόσμια παραγωγή κρέατος έχει τριπλασιαστεί από το 1980, σε σημείο που σήμερα θανατώνονται 56 δισεκατομμύρια ζώα κάθε χρόνο για τροφή (δίχως να συμπεριλαμβάνονται τα υδρόβια ζώα) […] Η παραγωγή κρέατος αναμένεται να διπλασιαστεί και πάλι ώς το 2050 […] οι επιχειρήσεις συνεχώς αναζητούν νέους τρόπους για να εκμεταλλευτούν πιο αποτελεσματικά τα ζώα».
Στο ζήτημα των ζώων διαπιστώνεται ό,τι και στην περίπτωση των ανθρώπων: όπως ούτε η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη απάλλαξε την ανθρωπότητα από γενοκτονίες και φυλετικές διακρίσεις, από «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» που πνίγονται κατά εκατοντάδες στις ακτές της Μεσογείου και μορφές στυγνής οικονομικής εκμετάλλευσης, έτσι βλέπουμε ότι οι διάφορες διακηρύξεις μόνο στα χαρτιά καθιστούν άξια σεβασμού και δικαιωμάτων τη ζωή των μη ανθρώπινων ζώων.
Ολα τα προηγούμενα δεν μας οδηγούν μόνο στο συμπέρασμα πως δεν αρκούν οι αγαθές προθέσεις και μένουν πολλά ακόμη να γίνουν, ώστε τα ζώα να μην υποφέρουν, να μη γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και να μη χρησιμοποιούνται σε ιατρικά πειράματα, αλλά και να υποψιαζόμαστε ότι ένα τόσο σύνθετο και πολύπλευρο ζήτημα, το οποίο άπτεται πολλών πεδίων, αλλά αφορά εξίσου την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία, συνδέεται ή έρχεται σε σύγκρουση με οικονομικά συμφέροντα, με παγιωμένες θρησκευτικές παραδόσεις, με την ίδια την καθημερινότητά μας, δεν θα μπορούσε να επιλυθεί με προσεγγίσεις στις οποίες το πατερναλιστικό και εργαλειακό στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο: ας μην ξεχνάμε ότι είναι πάντα ο άνθρωπος που αυθαίρετα χαράσσει τη γραμμή που τον διαχωρίζει από τα άλλα ζώα, που εξίσου αυθαίρετα αποδίδει σε κάποια ζώα ορισμένα δικαιώματα ή ορισμένες ικανότητες που όμως στερεί από άλλα μη ανθρώπινα όντα.
Η επίλυση ενός ανάλογου πολυεπίπεδου προβλήματος δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την ανάγκη ανατροπής του κοσμοθεωρητικού και φιλοσοφικού παραδείγματος πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το οικοδόμημα του ανθρωπισμού και ό,τι μεταγενέστερα απεκλήθη ο «πολιτισμός της μπριζόλας». Απαιτείται ένα νέο παράδειγμα, το οποίο θα αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα ζώο μεταξύ άλλων ζώων, ότι κάθε ζωικό είδος είναι μοναδικό με τον τρόπο του και αν υφίσταται κάτι που μας ενώνει είναι μια σωματότητα καταδικασμένη στη φθορά. Δεν υπάρχει από τη μία πλευρά ο άνθρωπος και από την άλλη τα «ζώα», μια αφηρημένη έννοια, η οποία, ενώ θέλει να πει πολλά, δεν λέει τίποτε, αφού τοποθετεί π.χ. τον μπονόμπο δίπλα στις αράχνες, όταν ο πρώτος συγγενεύει περισσότερο με εμάς παρά με τα αρθρόποδα. Αυτή η λέξη ισοπεδώνει τις ποικίλες μορφές ύπαρξης, κάνοντας ακόμη πιο έντονο τον διαχωρισμό μας από τα υπόλοιπα έμψυχα, ενώ την ίδια στιγμή ενισχύει τον ανθρωποκεντρισμό μας, δηλαδή την αντίληψη ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για τα άλλα όντα.
* δρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
