Λαύριο, Απρίλιος 1896
Ο τόπος, πλούσιος από την αρχαιότητα, είχε δοθεί για εκμετάλλευση στη γαλλοϊταλική εταιρεία Roux-Serpieri-Fressynet και η διαχείριση δημιούργησε το πρώτο μεγάλο χρηματιστηριακό σκάνδαλο με την πώληση μετοχών στο ευρύ κοινό σε τιμή δυσανάλογη σε σχέση με την πραγματική αξία. Χιλιάδες άτομα και οικογένειες καταστράφηκαν, παρασυρμένες από τις χρηματοδοτούμενες φυλλάδες της εποχής προς δόξαν του Σερπιέρι και της τάξης του.
Την ίδια εποχή οι εργάτες ψωμοζητούσαν δουλεύοντας σκληρά, με μεγάλη θνησιμότητα, στα φριχτά μεταλλεία του Λαυρίου. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν είχαν, κι όταν τραυματίζονταν αφήνονταν στα πλάγια για να πεθάνουν στον δρόμο, όμοια με τους μεταλλωρύχους όπου Γης, εκείνα τα μαύρα χρόνια.
Εργολάβοι, με το αζημίωτο με πολιτικούς κι επιχειρηματίες, υπενοικίαζαν τους εργαζόμενους (όμοια με τους μετανάστες Ελληνες του Σκλήρη στο Κολοράντο ε;) και κρατούσαν μεγάλο μέρος από τον ελάχιστο μισθό τους. Οι ρημαγμένοι άνθρωποι, ανίκανοι να θρέψουν τα παιδιά τους, έθεταν και ξανα-έθεταν τα αιτήματά τους. Στις 8 Απριλίου του 1896 ανέβηκαν στο ύψους 182 μέτρων φρέαρ, έκλεισαν τις μηχανές και τις εισόδους. Η πρώτη μεγάλη απεργία ξεσπούσε. Οταν oι απεργοί θέλησαν να διαπραγματευτούν ειρηνικά τα αιτήματά τους με τη διεύθυνση και πλησίασαν τα γραφεία της εταιρείας δέχτηκαν πυροβολισμούς. Ανταπέδωσαν με ό,τι είχαν: με πέτρες. Ερμε Δαβίδ.
Αφησαν πίσω τους νεκρούς. Ορμηξαν στα γραφεία και έβαλαν φωτιά στο κτίριο με δυναμίτες, εξοντώνοντας τους φύλακες, ενώ ο αδίστακτος Σερπιέρι που παρακολουθούσε από την πολυτελή βίλα του, λίγα μέτρα πιο μακριά από τα μεταλλεία, φυγαδεύτηκε μεταμφιεσμένος σε παπά… Ο αγώνας, με τα πάνω και τα κάτω του, κλιμακωνόταν ως η ίδια η πεμπτουσία κάθε ουσιαστικής μάχης για το Φως, για την ουσιαστική Ομορφιά.
Το κράτος φυσικά υποστήριξε την πολυεθνική κι όχι τους ίδιους τους υπηκόους του. Αλίμονο! Ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν μετανάστες εργάτες, υπάρχουν οι ντόπιοι, αφού ξέρεις Ιστορία ή μπορείς να επιλέξεις να τη μάθεις, τι δεν καταλαβαίνεις; Μεγάλες δυνάμεις χωροφυλακής και στρατού καταδίωξαν τους απελπισμένους. Ακόμη κι ένα πολεμικό πλοίο έφτασε για να διώξει τους ξυπόλητους Ελληνες. Φόνοι, τραυματισμοί, δίκες. 14 ημέρες μετά η απεργία είχε τελειώσει. Θυμίζοντας για μία ακόμη φορά πως η πείνα και η αδικία υπάρχουν όχι επειδή δεν μπορούμε να χορτάσουμε τους φτωχούς, αλλά επειδή δεν μπορούμε να χορτάσουμε τους πλούσιους.
