Τάκης Κατσαρός- Λάκης Παρθενόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Όταν στις 14 Ιανουαρίου 2021 ο Μπάιντεν έδινε στη δημοσιότητα το περίγραμμα ενός φιλόδοξου Σχεδίου ύψους $1,9 τρισ., το ερώτημα της επόμενης μέρας αφορούσε στους αναγκαίους χειρισμούς που θα επέτρεπαν την υπερψήφιση του από τη Βουλή και τη Γερουσία. Η έγκριση στη Γερουσία απαιτεί ουσιαστικά πλειοψηφία 60 ψήφων. Η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει την ψηφοφορία εγκλωβίζοντας το σώμα σε μία ατελείωτη διαδικασία διαλόγου χωρίς περιορισμούς (filibuster), εκτός αν μια αυξημένη πλειοψηφία 3/5 αποφασίσει να θέσει τέλος στη διαδικασία διαλόγου. Θεωρητικά η απλή πλειοψηφία της Γερουσίας μπορεί να παύσει το filibuster, αλλά αυτό λογίζεται ως το «πυρηνικό όπλο» που καμία πλευρά δεν έχει χρησιμοποιήσει έως σήμερα.  Μία άλλη δυνατότητα αποτελεί η παράκαμψη του filibuster, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω της διαδικασίας budget reconciliation («συμφιλίωση προϋπολογισμού»). Απαιτείται πάλι απλή πλειοψηφία,  αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιορισμένο αριθμό συνεδριάσεων (στην πράξη μία φορά κάθε χρόνο) και μόνο για την υπερψήφιση νομοσχεδίων που επηρεάζουν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Στην ιστορία των ΗΠΑ το budget reconciliation έχει εφαρμοστεί 21 φορές μετά το 1980.

Το Σχέδιο υπερψηφίστηκε αρχικά στη Βουλή και οδηγήθηκε στη Γερουσία όπου και εγκρίθηκε στο πλαίσιο του budget reconciliation με ψήφους 50-49. Η έγκριση του έγινε εφικτή μετά από ορισμένες τροποποιήσεις προς χάριν των «κεντρώων» γερουσιαστών του Δημοκρατικού κόμματος. Προηγουμένως, μετά τη γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου της Γερουσίας, είχε αφαιρεθεί από το πακέτο των μέτρων η σταδιακή αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού η οποία προβλεπόταν να ανέλθει στα $15 την ώρα το 2025.

Στην τελική του μορφή το Σχέδιο περιέχει δαπάνες (συνδεδεμένες συνήθως με εισοδηματικά κριτήρια) που αφορούν στα ακόλουθα: Σχολεία $130 δισ., Κολέγια $40 δισ., Προγράμματα σίτισης $12 δισ., Υπηρεσίες φροντίδας παιδιών $42 δισ., Προγράμματα εμβολιασμού $15 δισ., Διαγνωστικοί έλεγχοι $50 δισ., Πρόσληψη 100.000 υγειονομικών υπαλλήλων $8 δισ., Κοινοτικά Κέντρα Υγείας $9 δισ., Επιδότηση κατοικίας $36 δισ., Βοήθεια αστέγων $5 δισ., Μέσα Μαζικής Μεταφοράς $30 δισ., Ενίσχυση μικρών επιχειρήσεων $60 δισ., Οικονομική υποστήριξη ανέργων $205 δισ., Οικονομική ενίσχυση φυσικών προσώπων $402 δισ., Φοροαπαλλαγές λόγω παιδιών $89 δισ., Ελαφρύνσεις φορολογίας εισοδήματος $22 δισ., Επιδότηση ασφαλίστρων υγείας $25 δισ., Συνταξιοδοτικά προγράμματα που καλύπτουν εργαζόμενους διαφορετικών εγοδοτών $85 δισ., Πρόγραμμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης Medicaid $22 δισ., Ενίσχυση πολιτειακών και τοπικών κυβερνήσεων, $362 δισ.

Το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» περιλαμβάνει τη γενναία επέκταση αρκετών μέτρων που εμπεριέχονταν στα προγράμματα της περιόδου Τραμπ.  Παράλληλα φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει θέματα κοινωνικών ανισοτήτων,  στοχεύοντας στην ενίσχυση και προστασία των ασθενέστερων στρωμάτων που επλήγησαν δυσανάλογα από την επιδημία. Η οικονομική επιτυχία του, αν δηλαδή θα οδηγήσει σε στιβαρή ανάκαμψη ή αν αυτή θα παραμείνει υπονομευμένη από την αύξηση χρέους και πληθωρισμού, παραμένει προς αξιολόγηση. Στο πολιτικό όμως επίπεδο είναι βέβαιο ότι το προηγούμενο δίμηνο ανέδειξε σημαντικά νέα στοιχεία.

Ο Μπάιντεν προβάλλεται με την εικόνα του πραγματιστή πολιτικού. Οι πρώτες μέρες της διακυβέρνησης του δεν αντιστοιχούν ακριβώς στο κλίμα ενότητας που εξέπεμπε το αρχικό διάγγελμα του, αλλά το μήνυμα διατυπώθηκε με σαφήνεια: υπάρχει και άλλος δρόμος.

Το Δημοκρατικό κόμμα μοιάζει να γέρνει προς τα αριστερά και η ηγεσία του δείχνει να έχει αντιληφθεί διδάγματα του παρελθόντος. Η προοδευτική πτέρυγα του αισθάνεται δικαιολογημένα πολιτικά ενισχυμένη. Ο ίδιος ο Σάντερς έσπευσε να δηλώσει ότι θεωρεί το Σχέδιο ως «το πιο σημαντικό κομμάτι της νομοθεσίας της σύγχρονης ιστορίας των ΗΠΑ προς όφελος των εργαζόμενων». Ο πονοκέφαλος της κυβέρνησης Μπάιντεν προκαλείται από μικρή ομάδα Δημοκρατικών «κεντρώων» γερουσιαστών που εμφανίζονται διστακτικοί να ασπαστούν την μετατόπιση του κόμματος και να στηρίξουν την εφαρμογή πολιτικών ακόμη και με την κατάργηση του filibuster εφόσον απαιτηθεί.

Το Ρεμπουμπλικανικό κόμμα συντονίζει τον βηματισμό του στην κατεύθυνση της συνολικής αντίθεσης που είχε υιοθετήσει και την περίοδο διακυβέρνησης Ομπάμα. Η απόρριψη του σχεδίου Μπάιντεν συνοδεύτηκε με δηλώσεις προθέσεων που δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης.

Η επόμενη πολιτική αντιπαράθεση φαίνεται ότι θα αφορά στο Νομοσχέδιο For The People Act το οποίο ήδη έχει περάσει από την Βουλή των Αντιπροσώπων και έχει προωθηθεί στη Γερουσία. Το Νομοσχέδιο αποσκοπεί στη διατήρηση και ενίσχυση των διευκολύνσεων ψηφοφορίας στις εκλογές. Παράλληλα όμως έχουν εκδηλωθεί πρωτοβουλίες Ρεπουμπλικάνων νομοθετών σε τοπικό επίπεδο (σύμφωνα με δημοσιεύματα υπάρχουν ήδη 250 νομοσχέδια σε 43 πολιτείες) που στο όνομα της προστασίας της ακεραιότητας των εκλογών, περιορίζουν την ευκολία πρόσβασης στις κάλπες και τις εναλλακτικές δυνατότητες ψηφοφορίας.

Είναι βέβαιο ότι η αξιολόγηση του «Αμερικανικού Σχεδίου Σωτηρίας» θα συνδεθεί και με τα αποτελέσματα της κάλπης των ενδιάμεσων εκλογών του 2022. Στις εκλογές αυτές οι Δημοκρατικοί φιλοδοξούν να διατηρήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και να αποκτήσουν αριθμητική υπεροχή στους συσχετισμούς της Γερουσίας. Η προϊστορία όμως των ενδιάμεσων εκλογών δείχνει σταθερά απώλειες για το κόμμα το οποίο έχει κερδίσει τις προεδρικές εκλογές που προηγήθηκαν.

Η αντιστοίχιση με τις ενδιάμεσες εκλογές του 2010 μοιάζει αναπόφευκτη. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2010 διεξήχθησαν στη σκιά των αντιπαραθέσεων για το πακέτο τόνωσης της οικονομίας (2009) και το πρόγραμμα Obamacare (2010). Τα αποτελέσματα των εκλογών χαρακτηρίστηκαν ως Ρεπουμπλικανικό κύμα. Ο σημερινός επικεφαλής της πλειοψηφίας της Γερουσίας Chuck Schumer, αναγνώρισε ως λάθος τους συμβιβασμούς που έγιναν το 2009 και 2010. Όπως είπε, οι περικοπές που αποδέχτηκε το Δημοκρατικό κόμμα προς χάριν της διακομματικής συναίνεσης είχαν σαν αποτέλεσμα την παράταση της ύφεσης για 5 χρόνια.

Σήμερα η κυβέρνηση Μπάιντεν φαίνεται ότι κάνει μία άλλη επιλογή. Αποφασίζει μία υψηλού κόστους παρέμβαση της κεντρικής κυβέρνησης στην οικονομία χωρίς να την περάσει μέσα από τις συμπληγάδες του παραλυτικού συμβιβασμού. Δηλώνει έτοιμη να τη συνεχίσει με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα υποδομών  και προστασίας του περιβάλλοντος που θα στοχεύει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Εφόσον χρειαστεί θα τη συνοδεύσει με την αύξηση της φορολογίας επιχειρήσεων και πολύ υψηλών εισοδημάτων. Και θα την πλαισιώσει με παρεμβάσεις για τα δικαιώματα ψήφου, το μεταναστευτικό και την αστυνομική βία.

Το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» αποτελεί κεντρικό στοιχείο στην προσπάθεια του Δημοκρατικού κόμματος να επανασυνδεθεί με κοινωνικά στρώματα από τα οποία είχε αποκοπεί τα τελευταία χρόνια.  Όπως τονίζεται «θα δείξουμε ότι το πρόγραμμα έχει σημαντικά αποτελέσματα για τον κόσμο που βρίσκεται σε ανάγκη».

Τα πρώτα μηνύματα της κυβέρνησης Μπάιντεν στην οικονομία επιτρέπουν την αισιοδοξία. Το συνολικό πακέτο των μέτρων 2020-2021 ανέρχεται σε $5,5  τρισ., το 26% του αμερικανικού ΑΕΠ, πολύ παραπάνω από τα μέτρα που έχουν ληφθεί οπουδήποτε αλλού. Για τη χώρα μας, σε όρους ΑΕΠ 2019 κάτι ανάλογο θα σήμαινε μέτρα τόνωσης της οικονομίας 47 δισ. περίπου, ενώ για την Ε.Ε. μέτρα ύψους 4, 4 τρισ. ευρώ. Επειδή κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται να  συμβεί, γίνεται φανερό ότι ΗΠΑ και Ευρώπη κινούνται σε διαφορετικό μονοπάτι.

Μια νέα “οικονομική ορθοδοξία” αναδύεται από την κρίση πανδημίας. Μέτρα, που όταν προτάθηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης που έπληξε τη χώρα μας, προσέκρουσαν στο τείχος της αδιαλλαξίας και της εχθρότητας όλων των διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών χάραξης πολιτικής, υιοθετούνται σήμερα ή βρίσκονται στο τραπέζι του διαλόγου  (ευρωομόλογα, εκτύπωση χρήματος σε τεράστιες ποσότητες, διαγραφές χρεών, ομόλογα στο διηνεκές κλπ).

Ο κόσμος, η Ευρώπη και η χώρα μας έχουν ανάγκη από ριζοσπαστικές προτάσεις για την ανασυγκρότηση των κοινωνιών μετά την κρίση της πανδημίας. Ο προοδευτικός- αριστερός  χώρος μόνο αν προσδιοριστεί ως τέτοιος, μακριά από τις σειρήνες της λεγόμενης “κεντροποίησης” μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο των “από κάτω” και τη νεολαία σε μια στρατηγική εκλογικής νίκης,  που όμως θα συνοδεύεται από αλλαγές και κατακτήσεις, υπέρ των δυνάμεων της εργασίας και της μετάβασης σε έναν δικαιότερο κόσμο με βιώσιμη ανάπτυξη.