Ο καλλιτέχνης είναι ένα παράξενο άτομο. Αρκεί να σκεφτούμε πόσοι πάσχουν ψυχικά, έχουν νοσηλευτεί σε ψυχιατρεία, έχουν αυτοκτονήσει (Πλαθ, Γώγου), υπήρξαν αλκοολικοί (Μπέικον). Στα καθ’ ημάς, ενδεικτικά, Χαλεπάς, Μητσάκης, Ακριθάκης, Βιζυηνός, Ρώτας. Ας αναλογιστούμε πόσοι έχουν τρελαθεί για πάντα, πόσοι μπαινοβγαίνουν στην ψύχωση, πόσοι είναι σε ψυχοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή. Πόσοι σπουδαστές δραματικών και καλλιτεχνικών σχολών πάσχουν από βαριές ψυχικές διαταραχές. Αλλά και πόσοι εν μέσω της διαταραχής τους προήγαγαν την τέχνη (Χέλντερλιν, Βαν Γκογκ, Κλοντέλ, Σούμπερτ· από τον χώρο του θεάτρου Αρτώ, Στρίνμπεργκ…).
Ας θυμηθούμε, στο σημείο αυτό, τον Φουκό: η τρέλα και η τέχνη είναι ομόαιμες αδελφές.
Ο καλλιτέχνης είναι ένα παράξενο πλάσμα: εκτεθειμένος αφενός σε ό,τι συμβαίνει μέσα του -παρότι το απολαμβάνει κάποιες φορές, ενώ άλλες τρομοκρατείται έως πανικού- και αφετέρου, ταυτόχρονα, εκτεθειμένος στην κοινωνική λογοκρισία. Δεν υπάρχει καλλιτέχνης νορμάλ, αν φυσικά υπάρχει μια τέτοια έννοια και δεν είναι παρά ένας δείκτης της προσωπικής αγωνίας ή του κοινωνικού ελέγχου.
Κάποιες καταστάσεις που διαδραματίζονται στον ψυχισμό του καλλιτέχνη, που συγκροτούν τον ψυχισμό του καλλιτέχνη διολισθαίνουν εκτός τέχνης. Δεν ρευστοποιούνται για να αποκρυσταλλωθούν στη συνέχεια σε μορφή τέχνης. Τότε, μιλάμε για ανηθικότητα, για παρεκτροπή, για συνύπαρξη τέχνης και τρέλας, για συνύπαρξη μεγαλοφυΐας και καταστροφής. Τότε, η ηθική κοινωνία εξανίσταται. Σαν να μην ξέρει ότι αυτό που συμβαίνει στον καλλιτέχνη συμβαίνει και εντός της. Η κοινωνία ξεσηκώνεται και δαιμονοποιεί το κοινωνικό καλλιτεχνικό σκάνδαλο για να ξορκίσει αυτό που συμβαίνει μέσα της: συμβαίνει στον άλλον και που άμεσα τον καταδικάζει. Πράγματι, η κοινωνική δικαιοσύνη καταδικάζει, αλλά η κοινωνία δεν διασώζεται. Γιατί, είναι ακριβώς από τους δικούς της κόλπους, από τη δική της καταδίκη, από τη λογοκρισία στον εαυτό της, που θα εκτοξευτεί «ξαφνικά» η επόμενη φορά. Ο δαιμονικός «άλλος» διαβιοί στο κοινωνικό σώμα.
Ο καλλιτέχνης, για να δανειστώ τον όρο του Φρόιντ για το παιδί, είναι ένα παιδί «διαστροφικά πολύμορφο». Ενας ναρκισσιστικά παντοδύναμος τύραννος όπου οι άλλοι υπάρχουν ή έχουν γεννηθεί για να ικανοποιούν αμέσως τις επιθυμίες του. Τι αντίφαση, η τέχνη που θεραπεύει, που ελαφρύνει τη ζωή μας από το βάρος της ζωής να εμψυχώνεται και να ενσαρκώνεται με την καταστροφή της σάρκας και της ψυχής του άλλου.
Μήπως όλος αυτός ο θόρυβος για τους καλλιτέχνες τελευταία δεν είναι παρά μια επίδειξη αθωότητας και ηθικής εκ μέρους της κοινωνίας η οποία καταγγέλλοντας αποκρύπτει αυτό που της συμβαίνει; Μήπως, τελικά, όλη η κοινωνία είναι έτσι; «Τι σκας Οιδίποδα;» λέει η Ιοκάστη μετά την αποκάλυψη από τον Τειρεσία ότι είναι υπαίτιος για τα δεινά της Θήβας. «Αυτά που σου είπε ο Τειρεσίας ότι έχεις κάνει, τα βλέπουν κάθε βράδυ οι άνθρωποι στα όνειρά τους».
Οχι, οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι αφύσικοι. Βρίσκονται μέσα στη φύση του ανθρώπου. Το ότι είναι και τα δύο, δαίμονας και άγγελος, είναι ακριβώς και το πρόβλημα: δεσμοφύλακας στο Νταχάου – λάτρης του Σούμαν. Μα, αυτό ακριβώς δεν έλεγε η Αρεντ, ότι το κακό είναι μέσα στον συνηθισμένο άνθρωπο.
Ωσπου, ξαφνικά, ξηλώνεται μια κλωστή κι ύστερα πολλές. Και η αγωνία που προκύπτει μήπως είναι η αγωνία να περιοριστεί το ξήλωμα στο μανίκι (βλέπε: θέατρο, τέχνη) για να μην ξεχειλώσει όλο το πουλόβερ (βλέπε: οικογένεια, κοινωνία, κ.λπ.). Γιατί, ακριβώς, μήπως αυτή η διάλυση του μανικιού αποσκοπεί να συγκρατήσει τη διάλυση μόνο στο μανίκι, δηλαδή, μήπως όλο αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας είναι ένας γιγάντιος μηχανισμός άμυνας για να μη διαλυθεί ολόκληρο το πουλόβερ, για να μη δούμε ότι εντός ολόκληρης της κοινωνίας συμβαίνουν τέτοιου είδους καταστάσεις; Σαν, κατά βάθος, να θέλουμε να διατηρηθεί η κατάσταση αυτή εντός του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου, να μην αποκαλυφθεί από φόβο κοινωνικής ή και ατομικής τιμωρίας. Ή μήπως από απώλεια μιας ευχαρίστησης; Υπάρχει ζήλια για την απόλαυση του άλλου;
«Αν θέλεις να δεις κάτι, δες αυτό». Ετσι δεν προτάσσει η τέχνη όπως φάνηκε σε κείνη την περίφημη έκθεση «Η ζωγραφική ως έγκλημα»: Οχι πέραν από αυτό, όχι πίσω από αυτό. Γιατί τότε υπάρχει κίνδυνος να δεις αυτό που δεν πρέπει να δεις, αυτό που δεν θέλεις να ξέρεις ότι συμβαίνει. Με ανάλογο τρόπο η σημερινή κοινωνία μάς βάζει, με τους εκτυφλωτικά εστιασμένους προβολείς των μίντια, αφήνοντας στο σκοτάδι τον περιβάλλοντα χώρο, να δούμε ότι αυτό που συμβαίνει αφορά μόνο αυτό που συμβαίνει και όχι εμάς τους υγιείς και φυσιολογικούς που καταδικάζουμε μια τέτοια συμπεριφορά για να κοιμηθούμε ήσυχοι, βλέποντας, ωστόσο, στα όνειρά μας αυτά τα οποία κατηγορούμε.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι μήπως η κοινωνία κινδύνεψε να δει, τούτη την εποχή, κάτι το οποίο το αποσόβησε έγκαιρα ενεργοποιώντας τα ανακλαστικά της για να δει μόνο ως θέαμα κάτι περιορισμένο στον χώρο του θεάτρου. Ας καθίσουμε λοιπόν στην πολυθρόνα μας κι ας δούμε τη «συγκλονιστική» ταινία που υποβάλλουν σύσσωμα τα μίντια, την ταινία για έναν άλλο κόσμο που δεν είναι ο δικός μας αλλά «που σαν να μου φαίνεται ότι κάτι μου θυμίζει…». Κι ας περιμένουμε την επόμενη φορά.
*Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας, συγγραφέας
