Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα ο ανταγωνισμός, η αντιπαράθεση και η σύγκρουση είναι η σταθερά στις σχέσεις της Αιγύπτου με την Τουρκία.
Μια σταθερά που αν προστεθεί στη συγκρουσιακή, στη μεγάλη της διάρκεια, σχέση της Ρωσίας με την Τουρκία από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά, μας βοηθά να δούμε την πραγματική γεωπολιτική διάσταση και βαρύτητα των κατά καιρούς διαλειμμάτων ύφεσης και προσέγγισης στις δύο παραπάνω διαχρονικές αντιπαλότητες.
Πρόκειται για δύο δεδομένα που εκ των πραγμάτων οριοθετούν τα περιθώρια ελιγμών της τουρκικής διπλωματίας.
Οταν ο σουλτάνος Μαχμούτ ο δεύτερος ζήτησε τη βοήθεια του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μοχάμεντ Αλι για να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση, δρομολόγησε ηγεμονικές περιφερειακές φιλοδοξίες στο Κάιρο που οδήγησαν σε δύο πολέμους, με τη Βρετανία και τη Γαλλία να σώζουν στο παρά πέντε την Υψηλή Πύλη από τις στρατιές του Ιμπραήμ.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 καταγράφεται η επόμενη μετωπική βαρύνουσα αντιπαράθεση με την Τουρκία του Μεντερές, προπύργιο της Δύσης στη Μέση Ανατολή μαζί με το Ιράκ του Νουρί Σαΐντ και το Ιράν του Σάχη από τη μια μεριά και από την άλλη την Αίγυπτο του Νάσερ, που πρωταγωνιστούσε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων μαζί με τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και την Ινδία του Νεχρού.
Η αντιπαράθεση του Καΐρου με την Αγκυρα πήρε παροξυσμικό χαρακτήρα στην περίοδο 1958-61, όταν η ένωση της Συρίας με την Αίγυπτο στην Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία ανέδειξε την τουρκοσυριακή μεθόριο ως πιθανό πεδίο πολεμικής σύγκρουσης.
Ακολούθησε μετά τον θάνατο του Νάσερ το 1970 και μέχρι την εκλογή Ερντογάν το 2002 η μοναδική παρατεταμένη περίοδος κανονικότητας στις διμερείς σχέσεις.
Σήμερα η εξομάλυνση των σχέσεων του Καΐρου με την Αγκυρα προϋποθέτει πλήρη αναδίπλωση των περιφερειακών φιλοδοξιών του Ερντογάν από την εμπλοκή του στη Λιβύη μέχρι και τον τερματισμό της στήριξης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο και της Χαμάς στη Γάζα.
