Μαρκέλλα Συρρή*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με αφορμή τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, με τις εξελίξεις να είναι ραγδαίες και τις καταγγελίες να διαδέχονται η μία την άλλη, εγώ, όπως γνωρίζω και πολλοί άλλοι απόφοιτοι, ανατρέχουμε στις δικές μας αναμνήσεις από τα Αρσάκεια σχολεία της χώρας προσπαθώντας κάπως να τις τακτοποιήσουμε. Μήπως και βγάλουμε μια άκρη.

Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Ναι, σίγουρα το Αρσάκειο δεν έχει το μονοπώλιο, ενδεχομένως ούτε και τα πρωτεία στη λεκτική, σωματική και ψυχολογική κακοποίηση των μαθητών του. Έστω… Ε και λοιπόν; Το «Αυτά συνέβαιναν παντού, γιατί ασχολείστε μαζί μας;» δε λέει απολύτως τίποτα. Το γεγονός ότι αποδεχόμαστε πως μια συντριπτική πλειοψηφία μαθητών της χώρας έχει υποστεί και συνεχίζει να υφίσταται οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης, βίας ή παρενόχλησης από καθηγητές των οποίων το βασικό καθήκον είναι να τους προστατεύουν δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα. Ούτε δικαιολογία. Ίσα ίσα κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Στην τελική, η συζήτηση πολύ δικαιολογημένα ξεκίνησε από το συγκεκριμένο σχολείο. Εκεί βρίσκεται αυτή τη στιγμή το επίκεντρο του δημοσίου ενδιαφέροντος. Και αυτό μόνο ως ευκαιρία πρέπει να το δούμε. Γιατί δόθηκε η ευκαιρία να ανοίξει –επιτέλους- αυτή η συζήτηση. Όπως ολόσωστα το διατύπωσε η κυρία Δούκα δεν υπάρχει «γιατί τώρα;». Να λέμε μόνο Ευτυχώς. Ευτυχώς που ήρθε το τώρα.

Επίσης, δε θεωρώ πως είναι απαραίτητη προϋπόθεση μια συμπεριφορά ή μια στάση να είναι ποινικά κολάσιμη για να έχουμε το δικαίωμα να τη σχολιάσουμε. Στο κάτω κάτω, οι Λιγνάδηδες αυτού του κόσμου είναι η φριχτή κορυφή του παγόβουνου, η πιο τερατώδης αναπαράσταση του προβλήματος. Από πίσω όμως υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία που με τα πρότυπά της ανατρέφει και με τη συνενοχή της συγκαλύπτει και αποσιωπά. Γι’ αυτό κι όταν κάτι πάει να αναδυθεί προς το φως αμύνεται, κλωτσάει και αντιστέκεται με τρόπο παιδαριώδη. Κοινώς, αντί ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας, βουλώνουμε τ’ αυτιά μας.

Δε γνωρίζω τι «αξία» έχουν τα δικά μου βιώματα. Πολλά αφορούν ανθρώπους που δε βρίσκονται πλέον εν ενεργεία ή εν ζωή, ενώ ακόμα περισσότερα δεν ανήκουν καν σε μένα. Αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως η περιβόητη «αριστεία» ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος, πόσο μάλλον όταν αυτό προβάλλει διαρκώς την εξαιρετικότητά του, θα έπρεπε πρωταρχικά να σημαίνει το δικαίωμα των μαθητών να απολαμβάνουν την εκπαίδευσή τους. Τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι νέοι άνθρωποι θα νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς και θα ενθαρρύνονται να ρωτούν, να αμφισβητούν και να σκέπτονται ανεξάρτητα. «Καλή εκπαίδευση» δεν υφίσταται όταν υπάρχουν παιδιά που φοβούνται, κρίνονται και κρύβονται. Όταν υιοθετείται μια στάση διαφύλαξης παρωχημένων ιδεών και συντήρησης μιας εντελώς λανθασμένης αίσθησης μεγαλείου. Το «Εδώ είναι Αρσάκειο, αν δεν σας αρέσει τραβάτε στο Δημόσιο» -λες και η δημόσια εκπαίδευση αποτελούσε κάποιου είδους τιμωρία, λες και δεν υπήρχαν δεκάδες συμμαθητές μας που είτε ήρθαν είτε συνέχισαν τη φοίτησή τους σε δημόσια σχολεία, λες και η μόρφωση που λαμβάναμε ήταν κάποιου είδους μεγαλόψυχη χάρη- αποτελούσε πάγιο μότο.

Η αντιμετώπιση δε των μαθητών σαν άλογα κούρσας και η κρίση τους εξ ολοκλήρου από τα αποτελέσματα που «έφερναν» στο σχολείο, ειδικά όσο πιο κοντά φτάναμε στην εποχή των Πανελληνίων, είχε ως αποτέλεσμα πολλοί να υφίστανται –και κάποιοι να κουβαλάν ακόμα μαζί τους- τις επιπτώσεις αυτού του ακραίου και εντελώς αδικαιολόγητου στρες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι πολύ δικά μου πρόσωπα κατά την τελευταία χρονιά τους στο Λύκειο εκδήλωσαν αϋπνία, αυτοάνοσο νόσημα, αγχώδεις και διατροφικές διαταραχές.

Θυμάμαι καθηγήτρια, που την ημέρα των αποτελεσμάτων μούντζωσε μαθήτρια αποκαλώντας την «ζώο» επειδή αποφάσισε παρά τα 18800 μόρια της να απορρίψει τη Νομική. Προσωπικά, δε θα ξεχάσω ποτέ τον Μαθηματικό που σε κάποια τάξη του Λυκείου, αφότου δεν μπόρεσα να λύσω επιτόπου μια πράξη, αναρωτήθηκε πώς θα ανέχομαι όταν μεγαλώσω και παντρευτώ να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ και να με κλέβουν οι ταμίες στα ρέστα (γιατί ως γνωστόν αυτά κάνουν οι υπάλληλοι σούπερ μάρκετ). Κι όταν εγώ απάντησα πως δε σκοπεύω να παντρευτώ καθόλου ή αν παντρευτώ δε θα πηγαίνω σούπερ μάρκετ αλλά θα στέλνω τον άντρα μου, απάντησε επί λέξει: «’Η που θα μείνεις για πάντα η αρχιτεμπέλα και άθλια μαθήτρια που είσαι αυτή τη στιγμή». Και σ’ αυτό δυστυχώς δεν είχα καμιά καλή απάντηση.

Εξίσου προβληματικός πολλές φορές ήταν και ο τρόπος που αντιμετωπιζόταν η εμφάνιση και η ταυτότητα των μαθητών γενικότερα. Από τα μαλλιά των αγοριών, το μήκος της βερμούδας, τις φράντζες και τα σκουλαρίκια μέχρι σεξιστικά και ομοφοβικά σχόλια. Δε μπορεί να νοείται σχολικό περιβάλλον στο οποίο μαθηματικός σηκώνει 15χρονο κορίτσι στον πίνακα κάνοντας σχόλια και πετώντας υπονοούμενα περί προκαταρκτικών. Ούτε χημικός που προσπαθώντας να αποδείξει την ανωτερότητα των σοβαρών και αρρενωπών θετικών επιστημών ειρωνευόταν μαθήτρια που ήθελε να γίνει δικηγόρος με σχόλια εποχής του ΄50 για ταγέρ και σινιέ τσάντες. Ούτε Καθηγήτρια που σχολιάζει τα σώματα των κοριτσιών κατηγορώντας τα ότι με το ντύσιμό τους θέλουν να προκαλέσουν κι ότι: «τα αγόρια δε μπορούν να τα βλέπουν αυτά». Ούτε Θρησκευτικός που κάνει λόγο για πορνεία επειδή μαθητές φιλιούνται στους διαδρόμους. Ούτε καθηγητής που αποκαλεί μαθητή τσατσά γιατί έχει βαμμένη φράντζα. Ούτε ο Γυμνασιάρχης που κάλεσε τους γονείς μου στο γραφείο για να ρωτήσει γιατί φοράω αγορίστικα ρούχα και γιατί η εμφάνιση και η συμπεριφορά μου είναι «διαφορετικές». Δεν ξέρω αν «έτσι ήταν παντού». Ξέρω όμως ότι σίγουρα δεν ήταν εντάξει. ‘Όπως ξέρω ότι τα «διαφορετικά παιδιά», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό για τον καθένα μας, μάλλον διαρκώς εκτεθειμένα νιώθαμε παρά προστατευμένα.

Στην τελική, τόσα χρόνια αργότερα ούτε οι μεν θυμόμαστε πως λύνεται μια τριτοβάθμια εξίσωση, ούτε οι δε πώς κλίνεται το «λύω». Τους καθηγητές που μας ξεφτίλισαν, μας τρόμαξαν ή μας πλήγωσαν όμως δεν θα τους ξεχάσουμε ποτέ. Ούτε φυσικά αυτούς που μας πίστεψαν, μα προστάτεψαν και μας στήριξαν. Και στη δική μου περίπτωση έχω να πω πως ήταν αρκετοί και ήταν εξαιρετικοί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να κοιτάμε από την άλλη σαν να μην είδαμε, σαν να μην ξέρουμε. Μόνο το σεβασμό και την αμέριστη προσοχή μας αξίζουν οι ενήλικες αυτοί που τώρα αποφασίζουν να μιλήσουν. Γιατί είναι τα παιδιά που μέχρι χτες σιωπούσαν. Ας ακολουθήσουμε την υπέροχη προτροπή της κυρίας Τατιάνας Ζωγράφου** κι «ας σωπάσουμε λοιπόν ν’ ακούσουμε».

*Απόφοιτος Αρσακείου

**νηπιαγωγός στο Αρσάκειο Ψυχικού, συνθέτρια