ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για την υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 8,2% πανηγυρίστηκε από τον πρωθυπουργό, ο οποίος ερμήνευσε την κατάρρευση ως σημάδι «αντοχής» της ελληνικής οικονομίας. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ανακοίνωση του υπουργού Οικονομικών. Και οι δυο συμπλήρωσαν τις «ερμηνείες» τους με υποσχέσεις για τον «δρόμο της επιτυχίας» που ξεπροβάλλει και έτσι ευχαριστημένοι προχώρησαν για τον επόμενο… θρίαμβο.

Στην πραγματικότητα όμως είπαν τη «μισή αλήθεια». Είπαν όσα ήταν απαραίτητα για την επικοινωνιακή διαχείριση και παρέλειψαν όλα τα υπόλοιπα που θα γεννούσαν ανεπιθύμητα ερωτήματα, επικίνδυνες απορίες και άχρηστες υπόνοιες για τα σχέδια και τις επιδιώξεις τους.

Ουσιαστικά αποσιώπησαν τη σημασία που έχει η συρρίκνωση του ΑΕΠ στην εξέλιξη του δημόσιου χρέους. Η κατρακύλα της εθνικής παραγωγής σημαίνει ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνεται σε επίπεδα που ανατρέπουν ακόμα και τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς.

Σύμφωνα με αναλύσεις, στα τέλη Δεκεμβρίου το δημόσιο χρέος είχε φτάσει στο 208,9% του ΑΕΠ. Σήμερα οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι έως το τέλος του α’ εξαμήνου θα ξεπεράσει το 210% του ΑΕΠ και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε και πώς θα αναστραφεί αυτή η καταστροφική πορεία. Η κατάσταση παραπέμπει σε κάποιον που βρίσκεται στριμωγμένος στο πρεβάζι του παραθύρου και αυτοί που τον βλέπουν από τον δρόμο στοιχηματίζουν για το πότε θα βρεθεί στο κενό. Ολοι προδικάζουν το φινάλε, αλλά κανείς δεν ρισκάρει για τον χρόνο.

Οι εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για παράδειγμα, εκτιμούν ότι στο καλύτερο σενάριο το χρέος της Ελλάδας θα κυμαίνεται σε ποσοστά άνω του 120% μέχρι το 2040. Ανάλογες εκτιμήσεις διατυπώνουν και οι υπόλοιποι διεθνείς οργανισμοί.

Και τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά ότι, αν δεν υπάρξουν αλλαγές και ισχύσουν οι-τωρινοί- κανόνες του ΕΜΣ, ο τόπος για τον επόμενο -τουλάχιστον- μισό αιώνα θα βρίσκεται σε καθεστώς αυστηρής αστυνόμευσης και ασφυκτικού ελέγχου από τους δανειστές. Στην πραγματικότητα κάθε ποσοστιαία μονάδα αύξησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ καθιστά τον στόχο της αποπληρωμής του 75% του χρέους της, που θα επιτρέψει στον τόπο να αποτινάξει τα δεσμά της χρεοπαροικίας, πιο μακρινό, πιο κοπιώδη και πιο βασανιστικό.

Μπορεί οι περισσότεροι πολιτικοί αρχηγοί -μόνο ο κ. Βαρουφάκης επαναλαμβάνει τη ζοφερή πραγματικότητα της χρεοπαροικίας- να προσπαθούν συστηματικά και μεθοδικά να ξεχάσουν τα δεσμά του χρέους, αλλά οι δανειστές με κάθε ευκαιρία μας το υπενθυμίζουν. Για παράδειγμα η γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt», σε άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2018 με τίτλο «Η Ελλάδα σε αυστηρή επιτήρηση για δεκαετίες», έγραφε ότι «με τα στοιχεία του χρέους που ίσχυαν εκείνη τη χρονιά, οι έλεγχοι θα συνεχιστούν το νωρίτερο μέχρι το 2050». Σήμερα, τρία χρόνια μετά, επαναλαμβάνει τα ίδια, καθώς διαπιστώνει ότι λόγω πανδημίας η χώρα «συσσωρεύει τεράστια χρέη».

Εύλογα λοιπόν αναρωτιέται κανείς: «Αφού ξέρουν, γιατί πανηγυρίζουν; Μήπως διότι θέλουν να κατασκευάσουν κλίμα ευφορίας και εφησυχασμού; Μήπως επειδή γνωρίζουν κάτι που δεν το ξέρουμε εμείς; Μήπως επειδή το βούλιαγμα της ελληνικής οικονομίας στην κινούμενη άμμο ενός μη διαχειρίσιμου χρέους τούς διευκολύνει να αποκτήσουν άλλοθι για αυτά που ετοιμάζουν;».

Ανεξαρτήτως του κινήτρου που υποκρύπτουν οι θριαμβολογίες, το σίγουρο είναι ότι οι κυβερνήτες του τόπου έχουν τη συνταγματική υποχρέωση να ενημερώνουν τους πολίτες για τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα. Επομένως η αποσιώπηση μιας πραγματικότητας που σχετίζεται με την εθνική κυριαρχία, δεν έχει τον χαρακτήρα της προαίρεσης. Είναι σαφής υποχρέωση έναντι των πολιτών. Και σίγουρα σήμερα χρέος και εθνική κυριαρχία είναι έννοιες αλληλεξαρτώμενες.

Προφανώς ο πρωθυπουργός και ο υπουργός του αντιμετωπίζουν την ύφεση, το χρέος και τα ελλείμματα ως… εργαλεία. Ως μεσαιωνικούς καταπέλτες οι οποίοι θα τους διευκολύνουν να ισοπεδώσουν και τους τελευταίους πύργους που αντιστέκονταν στην ολοκληρωτική εξάλειψη του κράτους πρόνοιας και των εργασιακών δικαιωμάτων. Καθώς δεν κρύβουν την ταύτιση αντιλήψεων με τους δανειστές, η επιδείνωση των οικονομικών δεικτών τούς προσφέρει επιπλέον άλλοθι για την «κατεδάφιση».

Πολύ φοβάμαι ότι πολύ σύντομα θα γίνουμε μάρτυρες της πολιτικής αξιοποίησης της έκρηξης του δημόσιου χρέους λόγω της ύφεσης. Η αρχή θα γίνει με την έκθεση των ιδεών του κ. Πισσαρίδη και της παρέας του. Η κυβέρνηση θα αρπάξει την ευκαιρία για να την εμφανίσει σαν τη «βίβλο» που θα μας γλιτώσει από τον βραχνά του χρέους και θα μας δώσει πίσω τη χαμένη κυριαρχία και έτσι θα ξεκινήσει η τελική επίθεση σε οτιδήποτε έχει πρόθεμα τις λέξεις: «κοινωνικό» και «δημόσιο». Θα υπάρξουν και άλλες ευκαιρίες για να συνεχιστεί η κατεδάφιση.

Οι τακτικοί έλεγχοι των δανειστών, όπου οι «λογιστές» τους θα κραδαίνουν το δυσθεώρητο χρέος και θα απαιτούν τα μέτρα που η κυβέρνηση έχει στο συρτάρι της. Το ίδιο και με τους «εμπειρογνώμονες» των οίκων αξιολόγησης. Θα απειλούν με υποβάθμιση και θα δίνουν άλλοθι στην κυβέρνηση να επιταχύνει τις ιδιωτικοποιήσεις και να μετατρέψει την εργασία ελαστική σαν την πλαστελίνη.

Κάποιοι θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν τις σκέψεις αυτές ως προϊόν καχυποψίας και προκατάληψης. Θα το αποδεχόμουν, αν έβλεπα την κυβέρνηση διά του πρωθυπουργού ή των υπουργών του να συμμετέχει στον ευρωπαϊκό διάλογο που έχει ξεκινήσει για τη διαγραφή χρέους και την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας.

Ομως η ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει κάθε λόγο να πρωτοστατεί σε αυτές τις πρωτοβουλίες, σιωπά δίνοντας με αυτόν τον τρόπο το μήνυμα ότι συντάσσεται με τη Γερμανία, που αντιδρά λυσσωδώς σε διαγραφές χρέους με το επιχείρημα ότι «η διαγραφή χρέους στα κρατικά ομόλογα που έχει αποκτήσει η ΕΚΤ δεν συνάδει με την απαγόρευση της κρατικής χρηματοδότησης, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 123 παρ. 1 της Συνθήκης της Λισαβόνας».

Αυτή η εκκωφαντική σιωπή της σε οτιδήποτε αφορά το χρέος είναι αυτή που γεννά απορίες, ερωτήματα και φόβους για τα κίνητρα που βρίσκονται καλά κρυμμένα πίσω της.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας