Οργίστηκαν τα παγκάκια των πλατειών και των δημόσιων χώρων, της Αττικής, μέσα στην αφόρητη μοναξιά που τους επέβαλε η πανδημία και η ολοκληρωτική κυβερνητική καταστολή. Επαψαν να συνομιλούν με τους ερωτευμένους νέους και τη χαρά της νιότης τους. Σταμάτησαν να δέχονται τις εξομολογήσεις απελπισίας των ανέργων και των κατατρεγμένων. Εχασαν τη ζεστασιά από τα σώματα των γυναικών που τους μετέδιδαν μια αίσθηση αιώνιας ευτυχίας. Σαν ν’ άνοιγε μια πόρτα Παραδείσου τις παγωμένες νύχτες των ψυχικά εξόριστων.
Θέλουν ν’ ακούσουν τον πόνο των προσφύγων και των μεταναστών, να αφουγκραστούν τις αγωνίες των μανάδων για τα παιδιά τους, τον καημό των μεροκαματιάρηδων και των ανέργων, το κλάμα των μωρών που τα κλείδωσαν στα διαμερίσματα. Θέλουν να νιώσουν τον σεισμό ονείρων των νέων για Ελευθερία, Ισότητα, Δικαιοσύνη, Αδερφοσύνη. Θέλουν τα «θέλω» της καθολικής ανθρωπιάς ν’ ανυψώσουν τη δημιουργία και τη γροθιά τους στο δίχτυ που μια αόρατη δύναμη αιχμαλωτίζει. Αστράφτοντας η ράχη τους από το σκίρτημα μιας χρυσαφένιας Ανατολής, υψώνοντας τη γλύκα ενός πορφυρένιου ηλιοβασιλέματος που όλα τα χρωματίζει στο εγερτήριο μιας εσωτερικής απογείωσης, μιας γιορτής της χαμένης συλλογικότητας, αποφάσισαν να συνεδριάσουν.
Μεσάνυχτα πραγματοποιούν συνέλευση στην πλατεία Συντάγματος, σπάζουν το φράγμα της κατάθλιψης, συλλέγουν την ευγένεια της μαρμαρυγής των άστρων και την αποθέτουν στα πρόσωπα της απόγνωσης και του πόνου. Αποφασίζουν ομόφωνα να ισχύσει το Σύνταγμα της Αμεσης Δημοκρατίας σε σύνδεση με την Αντιπροσωπευτική. Διαδηλώνουν συντεταγμένα το αίτημά τους στη Βουλή. Σηκώνονται όρθια στα πισινά τους πόδια, λύγκες του Ολύμπου και της Πίνδου. Τσακίζουν τα αιμοβόρα ρόπαλα του Χρυσοχοΐδη. Διαβαίνουν από την Ακρόπολη, με τα δάκρυά τους ξετσιμεντώνουν τη βαρβαρότητα της Μενδώνη.
Κατηφορίζουν στην Αρχαία Αγορά, πηγαίνουν στο Βουλευτήριο και στο Πρυτανείο. Ορκίζονται στους νόμους του Κλεισθένη, Ελευθερία, Ισότητα Δικαιοσύνη, από το ναό του Ηφαίστου ο κουτσός θεός τους δίνει τη σπίθα της αιώνιας λευτεριάς. Διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας, τους ακολουθούν πλήθη καταπιεσμένων. Περνούν από τον ναό της Μητρόπολης, κατεβαίνουν οι λιπόσαρκοι Βυζαντινοί άγιοι από τις αγιογραφίες, τους συνοδεύουν στη Μεγάλη Πορεία με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Περνούν μπροστά από την πόρτα του Πολυτεχνείου, σηκώνουν στ’ αστέρια το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Βροντοφωνάζουν: Αμεση Δημοκρατία, ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – Πολυτεχνείο. Τα παγκάκια όρθια στα πισινά τους πόδια χλιμιντρίζουν βαρβάτα άλογα, ποδοπατούν τους βιαστές και τους προστάτες τους.
