Τον τελευταίο χρόνο, οι ψίθυροι που πάντα υπήρχαν για τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα έχουν γίνει εντονότεροι με αφορμή τον «Μεγάλο Περίπατο». Στον διάλογο αυτόν έχει συμβάλει και η παρατήρηση κατά την πρώτη καραντίνα για τον συνωστισμό στις πλατείες της πρωτεύουσας, λόγω της έλλειψης δημόσιου χώρου. Οι δύο αυτές παρατηρήσεις, ενώ φαινομενικά αναφέρονται σε δύο ξεχωριστά ζητήματα, αυτό του ενδιάμεσου και εκείνο του δημόσιου χώρου, στην πραγματικότητα αναδεικνύουν το ζήτημα του εκφυλισμού του δημόσιου χώρου.
Ενδιάμεσος χαρακτηρίζεται από τους πολεοδόμους συνήθως ο χώρος μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Ενδιάμεσος γιατί τα όρια ιδιωτικού – δημόσιου, ανοιχτού – κλειστού, στεγασμένου – ασκεπούς είναι ακαθόριστα και αδιευκρίνιστα. Σε αυτόν λοιπόν συμπεριλαμβάνονται δρόμοι, πεζοδρόμια, στοές, πλατείες, πάρκα και αλέες. Ο ενδιάμεσος χώρος πιστεύω πως είναι προϊόν της ρυμοτομίας του μοντέρνου χωροτακτικού σχεδιασμού.
Επιγραμματικά, οι επιτακτικές ανάγκες της Βιομηχανικής Επανάστασης για μαζική στέγαση και για αποδοτικές μετακινήσεις αγαθών και εργατικού δυναμικού μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν και τα κυρίαρχα αίτια που ώθησαν την αρχιτεκτονική να διατυπώσει ένα σύνολο κανόνων σχεδιασμού που βασίζονταν στην τυποποίηση και την αποδοτικότητα.
Το οικιστικό σκηνικό ήταν εκείνο που επιχείρησε την πιο αποδοτική χωροταξία ζωνών δουλειάς και ζωνών κατοίκησης. Η μεταφορά από τη μία ζώνη στην άλλη συμβαίνει στον χώρο που ονομάζουμε ενδιάμεσο. Ο δημόσιος χώρος συνδέθηκε κυρίως με εμπορικές δραστηριότητες, είτε δραστηριότητες ατομικής αναψυχής. Ο χαρακτήρας του δημόσιου χώρου διαμορφώθηκε ως ένα σημείο παύσης στην καθημερινή μετακίνηση μεταξύ κατοικίας και εργασίας. Ο μοντέρνος δημόσιος χώρος είναι αχανής, αφήνοντας ένα μεγάλο λιβάδι από μάρμαρο και τσιμέντο προς το κοπάδι να κινηθεί φαινομενικά ακανόνιστα. Ο δημόσιος χώρος γίνεται και αυτός ένας χώρος μετάβασης και καταλήγει να γίνει ενδιάμεσος χώρος.
Ο χώρος που χαρακτηρίζεται δημόσιος δεν μπορεί να είναι απλώς μία σύνδεση, ένα πέρασμα ή μία παύση. Ο όρος «δημόσιος» αναφέρεται σε οτιδήποτε σχετικό με τον λαό αλλά και σε οτιδήποτε κοινό ή κοινόχρηστο. Ο χώρος σαν δημόσιο αγαθό παίρνει ένα πολύ ιδιαίτερο νόημα κατά την περίοδο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας με την Αγορά. Ο τόπος της Αγοράς είναι εκείνος που διαμορφώνεται στην Αθήνα ως ο χώρος που συντίθεται από επιμέρους χώρους δημόσιου χαρακτήρα ή και δημόσιου ενδιαφέροντος. Ο τόπος της Αγοράς είναι εκείνος που φιλοξενεί τον διάλογο και τις κοινωνικές δραστηριότητες, είτε με θεσμικό είτε με έναν πιο ανέμελο και καθημερινό χαρακτήρα.
Κατά αυτά τα πρότυπα ο δημόσιος χώρος είναι και ο χώρος έκφρασης και ζύμωσης του δήμου. Χαρακτήρας εκ διαμέτρου αντίθετος με τον δημόσιο χώρο που διαμορφώθηκε από τον Μοντερνισμό και έπειτα. Τα γεγονότα που συμβαίνουν στους τόπους που ονομάζονται δημόσιοι ή ενδιάμεσοι εστιάζουν στην ατομική δραστηριότητα, όπως αυτή της κατανάλωσης και της περιδιάβασης από ιδιωτικό σε ιδιωτικό χώρο.
Για να κλείσω αυτήν τη σύντομη νύξη στην προβληματική του δημόσιου χώρου, την οποία χρονολογώ στις απαρχές της φιλελεύθερης οικονομίας. Ο δημόσιος χαρακτήρας του χώρου περιορίζεται στην κοινή χρήση του, ενώ τα συμβάντα ζύμωσης και συμμετοχής του δήμου αποθαρρύνονται και από την ίδια τη νοηματοδότηση του χώρου και τη φορμαλιστική έκφρασή του μέσω του σχεδιασμού. Ετσι λοιπόν, και ο «Μεγάλος Περίπατος» αλλά και ο ελλειμματικός ελεύθερος δημόσιος χώρος στην Αθήνα είναι η έκφραση της στρεβλής σημασίας του όρου δημόσιου και του διαχωρισμού του σε ενδιάμεσο και δημόσιο.
Ο χώρος είτε στην έκφρασή του ως «Περιπάτου» (ενδιάμεσος) είτε ως πλατείας (δημόσιος) σχεδόν απαγορεύει τις δραστηριότητες εκείνες που δίνουν υπόσταση στον δήμο. Συμπεραίνω και τονίζω, λοιπόν, πως ο διάλογος για τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα θα πρέπει να μετατοπιστεί από τα διαδικαστικά των συμβάσεων, των διαγωνισμών και των προμηθειών και να ξεχάσει την απλή χωροτακτική, λογιστική κουβέντα για το εμβαδόν του ελεύθερου χώρου. Η συζήτηση θα πρέπει να αλλάξει εκ θεμελίων και να θίξει τα ζητήματα των συμβάντων που δυνητικά μπορούν να συμβούν στους χώρους αυτούς.
Δραστηριότητες ζύμωσης του δήμου, όπως η αυθόρμητη κουβέντα ή η δυνατότητα μάζωξης ενός αριθμού ανθρώπων για συζήτηση είναι τα συμβάντα που πρέπει να μπουν ως πρωτοστάτες του διαλόγου περί δημόσιου χώρου.
* αρχιτέκτονας, συνεργάτης ερευνητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης
