Ηδη έχουν καταγραφεί τα μηνύματα του Μπάιντεν προς το Ιράν και η πρώτη αντίδραση της Τεχεράνης.
Στην ομιλία του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε τον τερματισμό της στήριξης της επέμβασης της Σαουδικής Αραβίας στον εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη, μια σύγκρουση του Ριάντ με την Τεχεράνη δι’ αντιπροσώπων.
Πιο ισχυρό μήνυμα, όμως, στην ίδια ομιλία ήταν η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για το Ιράν.
Στη σιωπή Μπάιντεν έσπευσε να απαντήσει ο ΥΠΕΞ της Ισλαμικής Δημοκρατίας Ζαρίφ, ο οποίος κάλεσε τις ΗΠΑ να βιαστούν να επιστρέψουν στη Συμφωνία του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν επικαλούμενος τις αντιδράσεις των σκληροπυρηνικών που ελέγχουν τη Βουλή.
Το πρόβλημα είναι αλλού: στην προσπάθεια των ΗΠΑ να διασκεδάσουν προληπτικά τις εύλογες ανησυχίες των περιφερειακών δυνάμεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία: από την Αίγυπτο και το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου μέχρι την Τουρκία και το Πακιστάν.
Ενα είναι βέβαιο, ότι το περιθώριο αντιδράσεων του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, των δύο χωρών που διαθέτουν πανίσχυρα λόμπι στην Ουάσινγκτον, είναι μεν μειωμένο σε σχέση με την περίοδο 2013-15 αλλά σε καμία περίπτωση ευκαταφρόνητο.
Η δυναμική εξομάλυνσης-προσέγγισης των ΗΠΑ με το Ιράν θα επηρεάσει αποφασιστικά τη στάση της Ουάσινγκτον σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα της περιοχής, από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι και το Αφγανιστάν.
Και βέβαια η ανασύνθεση ισορροπιών που προωθεί η κυβέρνηση Μπάιντεν στην περιοχή θα είναι βαρύνων, αν όχι καθοριστικός παράγων στην αναζήτηση μιας αποτελεσματικής διαχείρισης διαφωνιών μεταξύ της Ουάσινγκτον και της Αγκυρας.
Τηρουμένων των αναλογιών, η δεύτερη μέσα σε μία δεκαετία προσπάθεια προσέγγισης ΗΠΑ – Ιράν προβάλλει ως μεγάλη ανατροπή στρατηγικής, ανάλογη με το άνοιγμα των Νίξον και Κίσινγκερ προς την Κίνα του Μάο το 1971-2.
