ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χρήστος Κάτσικας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατατέθηκε στη Βουλή την Παρασκευή και αύριο εισάγεται στις αρμόδιες επιτροπές του Κοινοβουλίου, σε κόντρα με όλους σχεδόν τους εμπλεκομένους και παρά τις κλειστές σχολές λόγω πανδημίας, το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας με τίτλο «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις», που βάζει νέους φραγμούς στην εκπαίδευση, εντείνει την καταστολή, μειώνοντας εισακτέους και ιδρύοντας πανεπιστημιακή αστυνομία.

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση δεν πήρε κανένα μήνυμα ούτε από τη φοιτητική και εκπαιδευτική κοινότητα που ξεχύθηκε στους δρόμους διαμαρτυρόμενη τις προηγούμενες μέρες ούτε από τις αντιδράσεις των πανεπιστημιακών ούτε καν από την άρνηση της ομοσπονδίας των αστυνομικών (ΠΟΑΣΥ).

Μετά τον πρωτοφανή οργασμό νόμων, εγκυκλίων, υπουργικών αποφάσεων το 2020, με τον νέο προγραμματισμό του 2021 είναι φανερό πλέον ότι το εκπαιδευτικό τοπίο αλλάζει δραματικά. Οπως σημειώνεται και στο λεγόμενο «Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής 2021», «ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης λαμβάνει χαρακτηριστικά κατεπείγοντος, ενώ η ανάγκη διασύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας γίνεται εντονότερη από ποτέ».

Ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος εμφανίζει τις επιχειρούμενες ριζικές αλλαγές να έχουν αφετηρία τα χαρακτηριστικά του νέου οικονομικού περιβάλλοντος που επιβάλλει μια θεμελιακή αναθεώρηση των πολιτικών εκπαίδευσης.

Στην ουσία αυτό που επιδιώκεται από τη μεριά της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής είναι το προοδευτικό γλίστρημα του σχολείου από την ιδεολογικο-πολιτική σφαίρα προς την οικονομική σφαίρα (ιός της ιδιωτικοποίησης-εμπορευματοποίησης) καθώς η παρατεταμένη κρίση και η διχοτόμηση της αγοράς εργασίας «ορίζουν» ότι δεν είναι οικονομικά συμφέρον να συνεχιστεί μια πολιτική μαζικοποίησης της εκπαίδευσης (ιός της απομαζικοποίησης).

Ο προγραμματισμός και το ρυθμιστικό πλαίσιο

Για το πρώτο εξάμηνο του 2021, περιλαμβάνονται έξι νομοσχέδια, τέσσερα μέχρι τον Μάρτιο και δύο μέχρι τον Ιούνιο.

Για το πρώτο τρίμηνο αυτά είναι:

1. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε ήδη στη Βουλή, «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση […]».

2. Αυτονομία σχολικών μονάδων, αξιολόγηση εκπαιδευτικών και νέο σύστημα επιλογής στελεχών εκπαίδευσης.

3. Νέος νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ – Αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού.

4. Σχέδιο νόμου για την Εκκλησιαστική Εκπαίδευση.

Για το δεύτερο τρίμηνο:

5. Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση.

6. Νέα κριτήρια επιλογής εκπαιδευτικών.

Τα νομοσχέδια και οι στόχοι τους

Τo πρώτο νομοσχέδιο περιλαμβάνει τον νέο τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, τις ρυθμίσεις για τη λεγόμενη ασφάλεια στα ΑΕΙ καθώς και ρύθμιση για το ανώτατο όριο σπουδών στα ΑΕΙ. Είναι ξεκάθαρο ότι την ίδια στιγμή που νομοθετούνται «πύρινα στεφάνια» αποκλεισμών στην είσοδο των Πανεπιστημίων με την «αγία τριάδα» της Τράπεζας Θεμάτων, την, εκλεπτυσμένης μορφής, βάση του 10 και ένα μηχανογραφικό «λοταρία-θηλιά», με στόχο τη δραστική μείωση των θέσεων εισακτέων, ταυτόχρονα εξισώνονται τα πτυχία των λεγόμενων κολεγίων με αυτά των δημόσιων Πανεπιστημίων, με στόχο την ενίσχυση των πρώτων μέσω της τροφοδότησής τους με φοιτητές-πελάτες.

Από την άλλη, οι προωθούμενες διατάξεις για την ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας και την αυστηροποίηση του πειθαρχικού πλαισίου λειτουργίας των ΑΕΙ βάζουν στο στόχαστρο τους φοιτητικούς συλλόγους και καμία σχέση δεν έχουν με κάποια γενική αντιμετώπιση της «εγκληματικότητας». Παράλληλα η θέσπιση του νέου ορίου σπουδών ν+½ν αφ’ ενός δημιουργεί ένα ασφυκτικό και εντατικοποιημένο περιβάλλον σπουδών, αφ’ ετέρου αποσκοπεί στη μείωση των φοιτητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Στο νέο νομοθετικό πλαίσιο (Φεβρουάριος) για την «ενίσχυση της αυτονομίας της σχολικής μονάδας, την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και την αναδιάρθρωση των δομών εκπαίδευσης» περιλαμβάνεται και ένα νέο σύστημα επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης.

Η κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική υπονοεί ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί «το βαρύ υπερωκεάνιο» της διοικούμενης από το κράτος εκπαίδευσης και να αντικατασταθεί «με έναν στολίσκο μικρών πλοίων, περισσότερο εύκολων να κυβερνηθούν».

Ο λόγος; Η αύξηση αυτονομίας των σχολικών ιδρυμάτων τούς προσφέρει ένα πλατύτερο περιθώριο ελιγμού για να προσαρμοστούν στις προσδοκίες των οικονομικών κύκλων. Οπως έχει δείξει η εμπειρία άλλων χωρών, η λεγόμενη αυτονομία της σχολικής μονάδας σημαίνει την αποκοπή του δημόσιου σχολείου από την κρατική χρηματοδότηση και τη μετατροπή του σε εμπορευματοποιημένη και ιδιωτικοποιημένη ζώνη.

Παράλληλα, το ΥΠΑΙΘ επείγεται να προχωρήσει στην επιλογή στελεχών εκπαίδευσης, επιλογή που περιλαμβάνει τους περιφερειακούς διευθυντές, τους διευθυντές Εκπαίδευσης (έχουν τοποθετηθεί προσωρινοί τον Αύγουστο του 2020), «σχολικούς συμβούλους» (στη θέση των συντονιστών Εκπαίδευσης και με διαφορετικές αρμοδιότητες) και διευθυντές σχολικών μονάδων (και αυτούς με άλλες αρμοδιότητες) μέχρι το τέλος του σχολικού έτους, έτσι ώστε αμέσως μετά να ξεκινήσει την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών (με κύριους δείκτες τις επιδόσεις των μαθητών, τον αριθμό και τον βαθμό επιτυχίας των αποφοίτων και την απορρόφησή τους από την αγορά εργασίας).

Μέσα στον Μάρτιο προγραμματίζεται νομοσχέδιο για τον «Νέο νόμο-πλαίσιο για τα ΑΕΙ – Αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού». Πρόκειται για προώθηση της κεντρικής γραμμής ταχείας ιδιωτικοποίησης των ΑΕΙ με βασικό εργαλείο την «εξάρτηση» της χρηματοδότησης από την αξιολόγηση.

Με λίγα λόγια τα Πανεπιστήμια ωθούνται να δημιουργήσουν πεδία ζήτησης των «υπηρεσιών» τους εργαλειοποιώντας πλήρως τη διδασκαλία και την έρευνα και να προωθήσουν τις «πωλήσεις» των υπηρεσιών αυτών, υποτασσόμενα στις εκάστοτε εκτιμήσεις για τις ανάγκες της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργούνται προγράμματα σπουδών τριετούς διάρκειας.

Αναδιαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών

Παράλληλα το ΥΠΑΙΘ «τρέχει» μέσω του ΙΕΠ την αναδιαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Προγραμματίζεται η εκπόνηση 453 προγραμμάτων σπουδών στη γενική και επαγγελματική εκπαίδευση.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης της αξιολόγησης σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι τα νέα προγράμματα σπουδών έχουν αφετηρία τα μαθησιακά αποτελέσματα, με την έμφαση να μετακινείται από το γνωστικό αντικείμενο καθ’ εαυτό, τους διδάσκοντες και τη διδακτική διαδικασία, προς τους μαθητές και τα επιδιωκόμενα/αναμενόμενα αποτελέσματα μάθησης.

Στην ίδια λογική κινείται και ο διακηρυγμένος στόχος επέκτασης των Πρότυπων και Πειραματικών σχολείων, μέσω της οποίας δημιουργούνται γκρίζες μορφωτικές ζώνες στις ήδη γκρίζες κοινωνικές περιοχές, κοντολογίς, δημιουργείται και θεσμικά η εκπαίδευση δύο ταχυτήτων, τα σχολεία της «αριστείας» και τα σχολεία της «πλέμπας».