Το σύγχρονο κράτος ως διαρκώς αυξανόμενος και ενδυναμούμενος Λεβιάθαν ελέγχει σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής του πολίτη. Και μάλιστα, κατά το γράμμα του Συντάγματος, στο όνομα του έθνους και της λαϊκής κυριαρχίας. Ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται με «επιτυχία» χάρη στον καταναγκασμό της κρατικής εξουσίας. Παράλληλα προς τον καταναγκασμό εξελίσσεται η νομιμότητα και συνταγματικότητα του χαρακτήρα των επιταγών του κράτους.
Είναι αυτή η ευρύτερη νομιμότητα αλλά και η υποτιθέμενη «σπουδαιότητα» και «ανωτερότητα» των σκοπών του Κράτους που δημιουργούν την υπακοή και την υποταγή του πολίτη. Ο οποίος πολίτης, βεβαίως, ανάλογα με τη συγκυρία της κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής και των πολυδιάστατων συσχετισμών διατηρεί στο ακέραιο το δικαίωμα της πολιτικής του ανυπακοής και αντίστασης.
Από τον Ιούλιο του 2019, όμως, έχει εγκατασταθεί στη χώρα παράλληλα με το σύστημα της «θεσμικής νομιμότητας», ένα σύστημα παράλληλης πολιτικής εξουσίας, ένα σύστημα παρακρατικής και παρακυβερνητικής καταναγκαστικής επιβολής. Ενα σύστημα σκοτεινών και αδιαφανών έως αόρατων διαμερισμάτων εξουσίας.
Οι θύλακες αυτής της παραεξουσίας δημιουργούνται από μια άρχουσα σύμπραξη, όπως ευστόχως έχει γραφεί, κατεστημένων συμφερόντων με την αμέριστη σύμπραξη, συνεργασία και υποταγή στα συμφέροντα αυτά της παρούσας κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της.
Η έννοια της άρχουσας σύμπραξης είναι ευρύτερη και πιο εύκαμπτη από την έννοια της άρχουσας τάξης, η οποία συνήθως αναφέρεται στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Τα απολύτως ελεγχόμενα από την ολιγαρχική ιδιοκτησία τους συστημικά ΜΜΕ, εδώ ο ρόλος της κυβέρνησης έχει δευτερεύοντα χαρακτηριστικά προσωπικά ή οικονομικά, οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι σύγχρονες συζεύξεις οικονομικών συγκροτημάτων, τα παρασκήνια (lobbies), η ανώτερη γραφειοκρατία ως στρατευμένη στο πλευρό των συμφερόντων τεχνοκρατία και τα σώματα μιας ενταγμένης και υπηρετικής αστυνομίας αποτελούν τώρα τους κύριους παράγοντες της παράλληλης εξουσίας.
Κυβέρνηση πολιτικά πλήρως υποκλινόμενη παραχωρεί ευχαρίστως τη «θεσμική νομιμότητα» της κρατικής εξουσίας και τη θέτει στη διάθεση της παραεξουσίας. Κοινωνικές προλήψεις εθνικιστικού, φυλετικού, ρατσιστικού κ.λπ. χαρακτήρα βοηθούν οπωσδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση.
Για τη διάλυση της παραπολιτικής παραμηχανής, κυρίαρχη πρέπει να είναι η θέση των αριστερών, δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτικών κομμάτων και των πολιτών-μελών τους. Ο εκδημοκρατισμός οργανισμών που ασκούν επιρροές στην κοινωνία όπως ο συνδικαλισμός και η αυτοδιοίκηση. Αλλά και ο περαιτέρω εκδημοκρατισμός και περιορισμός της συγκεντρωτικής εξουσίας του ένοχου σήμερα κράτους, δηλαδή του ηθικού αυτουργού της παράλληλης εξουσίας και δράσης.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος όμως στον αγώνα αυτό εναντίωσης και σύγκρουσης ανήκει σχεδόν αυτοδικαίως στις κορυφαίες συλλογικότητες όλων των επιστημών και όχι μόνο των κοινωνικών, πολιτικών και νομικών. Ανήκει, δηλαδή, στα δημόσια Πανεπιστήμια.
«Η αποκάλυψη του συστήματος της πολιτικής εξουσίας από έναν επιστήμονα είναι μια επικίνδυνη προσπάθεια – γιατί ένα μεγάλος μέρος της δύναμης επηρεασμού εξαρτάται από την έλλειψη ορατότητας και δημοσιότητας. Και πραγματικά, συναντούμε συχνά μια ολόκληρη “παράλληλη εξουσία” που χειρίζεται ουσιαστικά τη δύναμη επηρεασμού (και εξουσιαστικής δράσης), αφήνοντας στις επίσημες κρατικές αρχές τα τυπικά γνωρίσματα» (Ανδρέας Παπανδρέου).
Γι’ αυτό και η συστοιχία «θεσμικής κρατικής νομιμότητας» και παράλληλης παραθεσμικής και παρακρατικής καταναγκαστικής εξουσίας επιχειρούν την εξόντωση του δημόσιου Πανεπιστημίου με προπομπό τα αστυνομικά σώματα. Αντίσταση και ανυπακοή μέχρις εσχάτων εντός και εκτός, ως ηθική και πολιτική απάντηση και επιταγή
(Παραπομπές στο βιβλίο Andreas G. Papandreou, «Man’s freedom», Columbia University Press, New York – London).
* ομότιμος καθηγητής, πρώην αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου
